Φόρτωση Text-to-Speech…
Για τον Αχιλλέα Νάση μια βόλτα στην Κηφισίας μοιάζει με προσωπική αναδρομική έκθεση. Σε πόσα από αυτά τα μεγάλα κτίρια έχει δουλέψει; Πόσα βοήθησε να σηκωθούν; Είχε φτάσει στην Ελλάδα από την Αλβανία το 1991, περνώντας τα σύνορα με τα πόδια από το βουνό. Τα χρόνια που ακολούθησαν εξελίχθηκε σε περιζήτητο καλουπατζή, δουλεύοντας για μεγάλες τεχνικές εταιρείες της Αθήνας. Κι όσο έχτιζε για τους άλλους, έφτιαχνε και τη δική του ζωή, με τη μεθοδικότητα, το πείσμα, την προσήλωση που χρειάζεται για να ξεκινήσεις από την αρχή σε μια ξένη χώρα. Αφήνοντας αναγκαστικά στην άκρη μια μεγάλη αγάπη: το τραγούδι.
Τα νήματα όμως τα αφήνουμε για να τα ξαναπιάσουμε με την πρώτη ευκαιρία. Την Πέμπτη 27 Αυγούστου, ο 70χρονος σήμερα κ. Αχιλλέας θα βρεθεί στην κεντρική πλατεία των Ψαράδων Πρεσπών μαζί με το βλάχικο πολυφωνικό σύνολο «Φαρσερότες» από το Ντρένοβο της Αλβανίας και θα συναντήσουν επί σκηνής τον Βραζιλιάνο Paulo Alvares, έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές σύγχρονης μουσικής που θα αυτοσχεδιάσει πιανιστικά πάνω στους βλάχικους πολυφωνικούς σκοπούς. Η μουσική συνάντηση αναμένεται να είναι μία από τις κορυφαίες στιγμές του «Triethnés», του φεστιβάλ που ιδρύθηκε πριν από λίγα χρόνια με όραμα να αποτελέσει γέφυρα διαπολιτισμικού διαλόγου για τις τρεις χώρες που μοιράζονται την περιοχή των Πρεσπών: την Ελλάδα, την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία.
Οι «Φαρσερότες» θεωρούνται ένα από τα τελευταία βλάχικα πολυφωνικά σύνολα της ευρύτερης περιοχής της Κορυτσάς, με γνωστότερες μορφές τους Σπίρο Γκραμόζι και Σπίρο Μπέλο. Σύμφωνα με τους διοργανωτές του φεστιβάλ, όλοι τους είναι 70 ετών και άνω σήμερα και υπήρξαν μετανάστες στην Ελλάδα που εργάστηκαν κυρίως στην οικοδομή. «Εχουμε χτίσει τη μισή Αθήνα», αστειεύθηκαν όταν η ομάδα του φεστιβάλ τούς συνάντησε στην Κορυτσά. Σήμερα ζουν ανάμεσα στην Αλβανία και στην Ελλάδα.
Ετσι και ο κ. Νάση. Τα καλοκαίρια ανεβαίνει στο χωριό με τη σύζυγό του, στο Ντρένοβο, και τον χειμώνα τον περνούν στην Ελλάδα, όπου ζουν τα παιδιά τους. «Ηρθαμε όταν τα παιδιά ήταν 7 και 10 ετών. Εδώ μεγάλωσαν, εδώ τελείωσαν σχολείο, εδώ συνεχίζουν τη ζωή τους». Οταν πρωτοέφθασαν στην Ελλάδα το ’91, έμειναν για λίγα χρόνια στα Γιαννιτσά. «Είχαμε συγγενείς εκεί, είμαστε Βλάχοι στην καταγωγή και οι Βλάχοι ήταν μισοί στην Αλβανία και μισοί εδώ. Ολοι οι Βλάχοι στην Αλβανία είχαν αδέλφια στην Ελλάδα».

Δεν φοβήθηκε ποτέ τη δουλειά, γιατί στην Αλβανία είχε κάνει την πιο δύσκολη. «Οταν απολύθηκα από φαντάρος, εργάστηκα στα ορυχεία της Κορυτσάς για 15 χρόνια. Δουλεύαμε για ένα κομμάτι ψωμί. Επαιρνα τότε 350 λεκ, μισθό πείνας, αλλά καλύτερο από όσους δούλευαν στα χωράφια, που δεν έπαιρναν πάνω από 70 λεκ. Με τα χρήματα που έπαιρνα στα Γιαννιτσά τα πρώτα χρόνια κάνοντας αγροτικές δουλειές μπορούσα να αγοράσω πολλά πράγματα». Κάποια στιγμή έφυγε για Αθήνα. Δούλεψε για χρόνια αγόγγυστα, αγόρασε σπίτια, αυτοκίνητα, μεγάλωσε τα παιδιά.
Το τραγούδι
Το μόνο που στερήθηκε ήταν το τραγούδι. «Τραγουδούσα μόνο για πάρτη μου», λέει, αλλά χωρίς καημό. Μετά τη συνταξιοδότησή του έπιασε ξανά τους παραδοσιακούς σκοπούς του τόπου του. «Αυτά τα τραγούδια τα ακούγαμε από τους γονείς και τους παππούδες μας. Μιλάνε για τη δουλειά, τη φύση, την αγάπη, όπως όλα τα δημοτικά τραγούδια. Το είχα μέσα μου και ήθελα να το βγάλω».
Οι «Φαρσερότες» θα συναντήσουν επί σκηνής έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές σύγχρονης μουσικής, τον πιανί- στα Paulo Alvares, στο πλαίσιο του φε- στιβάλ «Triethnés».
Την παράδοση των Βλάχων τραγουδιστών του Ντρένοβου έχει μελετήσει συστηματικά η εθνομουσικολόγος Μικαέλα Μίνγκα, ερευνήτρια της Αλβανικής Ακαδημίας Επιστημών. Τα τραγούδια αυτά, όπως έχει γράψει, ακούγονταν κυρίως σε γάμους, οικογενειακές συγκεντρώσεις και κοινοτικές γιορτές. Στα χρόνια του καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα, όμως, οι Βλάχοι δεν αναγνωρίζονταν επισήμως ως μειονότητα και δεν μπορούσαν να παρουσιάζουν στη σκηνή την παράδοσή τους στη δική τους γλώσσα. Μετά την πτώση του καθεστώτος και την οικονομική κατάρρευση των αρχών της δεκαετίας του ’90, οι Γκραμόζι και Μπέλο έφυγαν για την Ελλάδα. Οι διαφορετικοί ρυθμοί ζωής, όμως, δεν τους επέτρεπαν πλέον να τραγουδούν μαζί όπως παλιά.
Οταν επέστρεψαν συνταξιούχοι στο Ντρένοβο, άρχισαν να συναντιούνται ξανά με παλιούς φίλους σε ένα μικρό εστιατόριο έξω από το χωριό. Μέσα από αυτές τις συναντήσεις ανασύρθηκαν από τη μνήμη παλιά τραγούδια, αλλά γεννήθηκαν και καινούργια, για τον ξενιτεμό, την απουσία και τα παιδιά που είχαν φύγει ακόμη μακρύτερα. Το να τραγουδούν ξανά μαζί ήταν ένας τρόπος να ξανασυστήσουν, έστω και για λίγο, την κοινότητα που διασκορπίστηκε από τη μετανάστευση, γνωρίζοντας ότι αποτελούν την τελευταία γενιά πολυφωνικών Βλάχων τραγουδιστών του Ντρένοβου.
Η πολυφωνία προϋποθέτει να ξέρει ο καθένας πότε θα λάβει τον λόγο, πότε θα απαντήσει και πότε θα στηρίξει τους υπολοίπους. Ο κ. Νάση το λέει κάπως έτσι: «Ο ένας το παίρνει, ο άλλος το κόβει και οι υπόλοιποι κρατούν το ίσο». Σχεδόν όπως στην οικοδομή.
Συναυλία Paulo Alvares / Βλάχικη Πολυφωνία, 27 Αυγoύστου, 9 μ.μ., κεντρική πλατεία, Ψαράδες.