I-ONE
του Ιβάν Βιριπάεφ
Σκηνοθεσία: Γκαλίν Στόεφ
Μετάφραση από τα ρωσικά: Κατερίνα Κανδυλίδου (ελλ.) – Χριστίνα Κανδυλίδου (αγγ.)
Βοηθός σκηνοθέτη: Τζίνα Βιριπάεφ
Σκηνικά: Aννα Μετ
Κοστούμια: Καταρίνα Λεβίνσκα
Χορογραφία: Μιχάλ Πρτσίμπιλα
Μουσική σύνθεση – σχεδιασμός ήχου: Τζόαν Κάμπον
Παίζουν: Αντιγκόν Ντισέν, Σοφία Κόκκαλη, Καρολίνα Ρζέπα
Παίχτηκε στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου
Στις 7 και 8/8
Ο Ντάνιελ απειλείται επανειλημμένως από τη μητριά του Τζούντιθ ότι θα καταλήξει πνιγμένος στην πισίνα, επειδή κλειδώνει, στο δωμάτιο της γιαγιάς, την ετεροθαλή αδελφούλα του Εστερ. Η Εστερ είναι κόρη της Τζούντιθ και του Μάικλ, ο οποίος είναι μπαμπάς του Ντάνιελ και απατά τη σύζυγό του με τη δασκάλα γαλλικών του γιου του.
Στην παράσταση «Ι-ΟΝΕ» του Ιβάν Βιριπάεφ, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, η Τζούντιθ, σκηνοθετικά, αποδίδεται από τρεις ηθοποιούς ταυτόχρονα, σαν το δραματικό πρόσωπο να είχε υποστεί «τριχασμό προσωπικότητας». Και η δασκάλα των γαλλικών κατατρώει τη σκέψη της. Διότι προσβάλλει στη ρίζα της την ηθική της. Επειδή η Ζυλί (βλ. η δασκάλα των γαλλικών) περιγράφεται ως πρότυπο γυναίκας που δεν αυτοσυγκρατείται. Και που –προκειμένου να απολαμβάνει κάτι που επιθυμεί, αλλά δεν το δικαιούται– «συμπεριφέρεται σαν τσούλα». Χωρίς να το καταλαβαίνει. Για την Τζούντιθ, δεν υπάρχει άλλος καταλληλότερος από την ίδια για να βοηθήσει τη δασκάλα των γαλλικών να καταλάβει το λάθος της. Και ας παραμένει για εκείνην ακατάληπτο αυτό που φαντάζεται ότι η δασκάλα των γαλλικών γνωρίζει καλύτερα από εκείνη και που σχετίζεται με τη γυναικεία απόλαυση.
Το έτος 2070
Ξεκινώντας λοιπόν κάπως έτσι, η Τζούντιθ, στην Αμερική, το έτος 2070, δολοφονεί τον Ντάνιελ και τη δασκάλα των γαλλικών.
Οπότε καταδικάζεται. Και επιλέγει, αντί φυλάκισης, την εναλλακτική μιας πειραματικής ποινής, η οποία εκτελείται μέσω του «νευρωνικού εμφυτεύματος Ι-ΟΝΕ», ενός βιοτεχνολογικού αναμορφωτηρίου, ικανού να απαλείψει την εγκληματική συμπεριφορά της.
Μια ρομποτική φωνή περιγράφει κάθε τόσο την εξέλιξη της τοποθέτησης του εμφυτεύματος.
Το Ι-ΟΝΕ δεν περιγράφεται με ακρίβεια ούτε συνδέεται με κάποιο γνωστό είδος τέτοιων πρακτικών (όπως συμβαίνει π.χ. με τις λοβοτομές στα έργα του Τενεσί Ουίλιαμς). Μοιραία, λοιπόν, το Ι-ΟΝΕ διαθέτει μαγικές ικανότητες, όπως τις ξέρουμε από τα παραμύθια. Δηλαδή, μια ανυπολόγιστη παντοδυναμία που επιβάλλεται χωρίς τίποτα να της αντιστέκεται. Συνεπώς, δραματουργικά λειτουργεί σαν από μηχανής θεός. Μόνο που, αντί να λύνει ένα αδιέξοδο πρόβλημα, αποκλείει τη λύση του. Τίποτα λοιπόν δεν διακυβεύεται. Η ποινή θα επιβληθεί και η Τζούντιθ δεν θα ξεφύγει. Ακόμη και το γεγονός ότι, στην πορεία, από τεχνικό σφάλμα διαγράφονται η μνήμη και η συνείδηση της Τζούντιθ, αφήνοντάς τη χωρίς αίσθηση του εαυτού της, δεν μεταβάλλει την εντύπωση του θεατή ότι τίποτε δεν διακυβεύεται στην ιστορία.
Θεωρητικά, αυτή η συνθήκη συντελεσμένου μέλλοντος θα έπρεπε να κάνει τον θεατή να συμπονά περισσότερο την Τζούντιθ. Δυστυχώς, όμως, το μόνο που καταφέρνει είναι να τη βαριέται και άλλο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η εκάστοτε αναγγελία από τη ρομποτική φωνή ηχεί εντελώς ανούσια και άχρηστη στ’ αυτιά του, λόγω του απρόσιτου των τεχνικών πληροφοριών – βαρετή όσο μια στομφώδης ανάγνωση λίστας συστατικών π.χ. συμπληρωμάτων διατροφής.
Η Τζούντιθ επιλέγει, αντί φυλάκισης, την εναλλακτική εγκατάσταση του «νευρωνικού εμφυτεύματος Ι-ΟΝΕ», ενός βιο- τεχνολογικού αναμορφωτηρίου, ικανού να απαλείψει την εγκληματική συμπεριφορά της.
Και ο μακρύς μονόλογος της Τζούντιθ είναι τελικά ένα «μοιρολόι» λουστραρισμένο με οίηση, που τείνει (χωρίς να τον πλησιάζει) προς τον αφ’ υψηλού τόνο των άρθρων του περιοδικού New Yorker. Eνα μοιρολόι, που τονώνει τους κλαυθμούς του, βάσει εικασιών, για το τι θα συμβαίνει στον άνθρωπο σε περίπου 50 χρόνια. Αλλά και χωρίς να ξεφεύγει πολύ από το «καλάθι των δεινών της νοικοκυράς» του σήμερα.
Επιπλέον, επιβεβαιώνει ότι το άγχος της απατημένης νοικοκυράς Τζούντιθ αρχίζει και τελειώνει με όσα της επιβάλλει η πεζότητα των πρακτικών θεμάτων της καθημερινότητας. Περιέχει ωστόσο και εμφυτευμένες αιχμές επί ζητημάτων κοινωνικο-πολιτικού χαρακτήρα. Για παράδειγμα, τα συμπτώματα αντισημιτισμού της γαλλικής Αριστεράς σήμερα, το εύρος του τραύματος εξαιτίας της επίθεσης της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου 2023, τα αδικαίωτα φεμινιστικά αιτήματα για ισοκατανομή στο ζεύγος της καθημερινής φροντίδας των παιδιών, τα ανεπίλυτα προβλήματα σε κάθε ανασύνθεση οικογένειας από τα απομεινάρια δύο διαλυμένων.
Από την παράσταση κόπηκαν οι στοχαστικές αναφορές στον Θεό, που καταλαμβάνουν αρκετή έκταση στο τέλος του έργου και οι οποίες δίνουν την εντύπωση ότι με αυτές κορυφώνεται το δράμα.
Διαβάζοντας το έργο, ωστόσο, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη και με πολύ καλή επιμέλεια του κειμένου στα ελληνικά και στα αγγλικά, διαπιστώνει κάποιος ότι αυτές οι αναφορές είναι ένα «ποτ πουρί» θεολογικών παραδοξολογιών. Και ότι είναι αδύνατον να εντοπιστεί με σιγουριά το κέντρο βάρους των προθέσεων του συγγραφέα όταν τις έγραφε. Ως εκ τούτου, δικαιώνεται ο σκηνοθέτης που τις έκοψε.
Ο γραμμικός χρόνος
Στο σημείωμά του σ’ αυτήν την έκδοση ο συγγραφέας Ιβάν Βιριπάεφ αναφέρει ότι «ο γραμμικός χρόνος υπάρχει, αλλά είναι κρυμμένος στη δομή». Συνεπώς, την ακολουθία των γεγονότων οφείλει να τη σχηματίζει μόνος του ο θεατής, από τα στοιχεία που του παραδίδει η αφήγηση της Τζούντιθ, η οποία επαναλαμβάνει αποσπάσματα της ιστορίας της, προσθέτοντας κάθε τόσο κάποιο κλου. Λόγω αυτής της φόρμας (καίτοι τόσο κοινή) ο συγγραφέας ονομάζει το έργο του «κβαντικό». Κάτι που ηχεί ως καλτ και όχι ως καινοτομία. Αν οφείλαμε για κάποιο λόγο να το περιγράψουμε με βάση τι το καθιστά πρωτοποριακό, θα του ταίριαζε ο όρος «νευροβιολογικό δράμα», επειδή προϋποθέτει και μια πίστη στην υπεροχή της συνείδησης και εν γένει της υλικότητας του σώματος, επί της «διακυβέρνησής» του από τη νόηση και την ψυχή.
Επιπλέον, το έργο δείχνει σαν να αντλεί την ιδέα του μύθου του από τη «Μήδεια». Η Τζούντιθ, όμως, είναι πολύ συνδεδεμένη με την πραγματικότητα για να συγκριθεί με την εγκληματική μεγαλοφροσύνη της Μήδειας. Οπότε η σύγκριση θολώνει την Τζούντιθ ως δραματικό πρόσωπο, περισσότερο απ’ όσο τη φωτίζει.
Από τις τρεις ηθοποιούς που υποδύονταν ταυτόχρονα την Τζούντιθ, η Σοφία Κόκκαλη ήταν σαφώς η καλύτερη. Και μιλούσε αγγλικά με εντυπωσιακή βρετανική προφορά. Βέβαια, η Τζούντιθ υποτίθεται ότι είναι Αμερικανίδα. Κι επιπλέον, η βρετανική προφορά υποβάλλει πάντα στον θεατή την καχυποψία ότι υπάρχει κάποιο νόημα που προτείνεται ως υπόρρητο, ενώ στο έργο δεν υπάρχει τίποτε το υπόρρητο.