Φόρτωση Text-to-Speech…
«Γιατί κυκλοφορείς έξω με τέτοια ζέστη;» λέει μια γιαγιά σε μια φίλη της. Έχουν συναντηθεί σε ένα σταυροδρόμι της Χώρας, κρατούν και οι δύο σακούλες από τον φούρνο Φέγγαρος. Η ώρα είναι 11 το πρωί. Έχω ήδη κάνει μια βόλτα γύρω από τη Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, που άρχισε να χτίζεται τον 11ο αιώνα με τη μορφή οχυρωμένου κάστρου. Το ότι τα σπίτια απλώνονται ακριβώς από κάτω της οφείλεται στο ότι κάποτε οι κάτοικοι του νησιού έτρεχαν για να προστατευθούν εντός της από τις επιδρομές των πειρατών. Χαμογελάω στις δύο γιαγιάδες κι εκείνες με χαιρετούν. «Πώς θα φτάσω στο Σπήλαιο της Αποκάλυψης;» Μου λένε να κόψω δρόμο από ένα μονοπάτι, αντί να πάρω τη λεωφόρο. Πριν ακολουθήσω την οδηγία τους, χαζεύω στη σχετικά άδεια Χώρα – η εδώ σύντομη τουριστική σεζόν θα ξεκινήσει σε λίγες ημέρες και θα τελειώσει τον Σεπτέμβριο.

Στη Χώρα και στο Σπήλαιο
Παραδόξως ή και όχι, δεν βρίσκομαι στο νησί για την Πάτμο του Αγίου Ιωάννη, αλλά για το 15ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αιγαίου, που φέτος έχει προσελκύσει εξέχοντα μέλη της διεθνούς κινηματογραφικής κοινότητας. Πριν τα συναναστραφώ, παρατηρώ παντού στα κλειστά μπαρ –θα ανοίξουν το απόγευμα– της Χώρας τις αφίσες του φεστιβάλ, με το αλογάκι της θάλασσας να ξεχωρίζει ανάμεσα στον έναστρο ουρανό. Στα σοκάκια, οι συνομιλίες των μόνιμων κατοίκων μπλέκονται κατά διαστήματα με γαλλικά, ιταλικά και τουρκικά. Το λευκό των σπιτιών σπάει από γλάστρες με γεράνια και κάκτους. Αλλού απλώνονται βουκαμβίλιες και φραγκοσυκιές φορτωμένες με καρπούς που δεν έχουν ωριμάσει. Σταματάω στην γκαλερί του Αντρέα Καλατζή, διάσημης «μορφής» του νησιού, όπου την πρώτη μέρα του φεστιβάλ προβλήθηκαν εννέα μικρού μήκους ταινίες – ανάμεσά τους το The missing piece της Άλμα Χοντορόφσκι, που γυρίστηκε στην Αμοργό. Στο γεμάτο πιτσιλιές από χρώματα πάτωμά της, παιδιά ζωγραφίζουν ελεύθερα πάνω σε χαρτιά. Ο ίδιος, που έχει σπουδάσει στην Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή, τελειώνει έναν πίνακα που απεικονίζει έναν αστακό.

Λίγα μέτρα πιο κάτω, η Δέσποινα Μελιανού, έτερη περσόνα του νησιού, με υποδέχεται στην Κουκουμάβλα, ένα «μαγαζάκι των θαυμάτων», στο οποίο τα βιβλία συνυπάρχουν με τις δικές της ζωγραφιές και άλλα αντικείμενα. Αφού αγοράσω μια καρφίτσα με τον Φρέντι Μέρκιουρι, έχοντας γεμίσει με εικόνες από μπουτίκ που πουλάνε είδη boho μόδας, κοσμήματα και αναμνηστικά, κατηφορίζω τελικά προς το Σπήλαιο, περνώντας μέσα από δημοσιές γεμάτες κουκουναρόπευκα. Εκεί, θα έρθω σε επαφή με την κατανυκτική πλευρά του νησιού. Μια νέα γυναίκα που φοράει ένα λευκό φουστάνι και ασορτί πέπλο, σαν νύφη, κάθεται δίπλα από έναν άνδρα, ντυμένο πιο απλά. Ακίνητοι σαν αγάλματα απέναντι από τον βράχο που κατά τη χριστιανική παράδοση σκίστηκε στα τρία κατά τη διάρκεια των οραμάτων του Αγίου Ιωάννη, κρατούν ο ένας το χέρι του άλλου. Ποιος ξέρει τι τους έχει φέρει μέχρι εδώ; Χωρίς να μπορώ να τους βγάλω από το μυαλό μου, με οδηγό αυτή τη φορά τους Google Maps, θα κατηφορίσω προς το επίνειο του νησιού, τη Σκάλα, όπου χτυπάει η καρδιά του φεστιβάλ – εκεί, άλλωστε, βρίσκεται το ξενοδοχείο μου.

Από τις Κάννες στη Σκάλα
Τις τέσσερις ημέρες μου στο νησί τις ξόδεψα μετακινούμενος από το δημοτικό πολιτιστικό κέντρο Πάτμιον, που βρίσκεται στο παραθαλάσσιο μέτωπο της πόλης, έως το Δημοτικό Σχολείο Σκάλας και τανάπαλιν. Στην εσωτερική αυλή του πρώτου είχε στηθεί για τις ανάγκες του φεστιβάλ ο κινηματογράφος Αστερίας, εκατό θέσεων, όπου μεταξύ άλλων προβλήθηκαν τα Άγρια είδη του Λονδίνου του Ντέιβιντ Ατένμπορο. Περισσότερο από αυτά απόλαυσα το ντοκιμαντέρ The blind couple of Mali για το ντουέτο των Amadou & Mariam, που έγιναν σούπερ σταρ στη Γαλλία των ’90s χάρη στο υπέροχο αφροπόπ τραγούδι Je pense à toi. Σε δύο από τις αίθουσες του ισογείου του ίδιου χώρου, πριν από τις προβολές, ο κόσμος πήγαινε και ερχόταν ανάμεσα στις εκθέσεις Κάτι δικό τους της φωτογράφου Μαρίας Παυλάκη και Wordless stories του εικαστικού Αντόνιο Μιλάνα. Κι εγώ τη δική μου «αποκάλυψη» την έζησα στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο VR του Πάτμιον, παρακολουθώντας μέσα από μια κάσκα εικονικής πραγματικότητας το παλαβό, ψυχεδελικό έργο Feedback VR: An anti-futuristic musical της κολεκτίβας AMiXR, που έχει την έδρα της στο Περού.
Το εισιτήριο για τα έργα VR κόστιζε δώδεκα ευρώ για δύο προβολές, σε σύνολο εννέα έργων. Για τις ταινίες δέκα ευρώ, με το πρόγραμμα να περιλαμβάνει δέκα μυθοπλασίας, επτά ντοκιμαντέρ και 38 μικρού μήκους (στα τελευταία, το εισιτήριο ίσχυε για πολλαπλές προβολές). Οι ταινίες μυθοπλασίας προβλήθηκαν όλες στην αυλή του Δημοτικού Σχολείου Σκάλας, 400 μέτρα από το Πάτμιον προς την ενδοχώρα, όπου στήθηκε το σινεμά Μαριάννα, 250 θέσεων. Το Gazelle, που χάρηκα εκεί, ακολουθούσε, άλλοτε με κωμικό και άλλοτε με σκληρό τρόπο, την οδύσσεια ενός Τούρκου καθηγητή μουσικής, ο οποίος διέφυγε από τη χώρα του στη Νέα Υόρκη, ως πολιτικός πρόσφυγας. Το Βραβείο Κοινού, όμως, που ψήφιζε βαθμολογώντας τις ταινίες μετά την προβολή τους, δεν το πήρε αυτό το φιλμ, αλλά το La Vénus électrique, που φέτος τον Μάιο άνοιξε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Και από τα ντοκιμαντέρ, το Yanuni του Ρίτσαρντ Λαντκάνι για τους αυτόχθονες Αμερικανούς, στο οποίο συμμετείχε ως παραγωγός ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και έκανε πρεμιέρα πέρυσι στην Τραϊμπέκα.

Στις ταινίες δεν έδωσε βραβεία, όμως, μόνο το κοινό, αλλά και μια εξαιρετική επιτροπή (σε τέσσερις κατηγορίες), που χάρισε στην Πάτμο αέρα Καννών και ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Τα τρία μέλη της τα συνάντησα στα Σάψαλα, έναν ήσυχο κόλπο πέντε λεπτά με το αυτοκίνητο από το Πάτμιον, στην αυλή του εστιατορίου Μπενέτος. Εκεί, κάθισα γύρω από ένα ξύλινο τραπέζι με την Άντα Σόλομον, τον Κριστιάν Ζεν και τον Θανάση Καραθάνο. Η Σόλομον, που στο παρελθόν δούλεψε ως παραγωγός –μεταξύ άλλων στο πλάι του Φράνκο Τζεφιρέλι για την ταινία Κάλλας για πάντα (2002)–, σήμερα είναι επικεφαλής του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου που ίδρυσε ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν πριν από 37 χρόνια. Σε αυτήν, πλέον προεδρεύει η Ζιλιέτ Μπινός. «Κάτι που εκτιμώ στα μικρά φεστιβάλ», μου λέει με ένα ποτήρι Άπερολ στο χέρι, «είναι ότι σε αυτά μπορείς πραγματικά να επικοινωνήσεις με τα άλλα μέλη της κινηματογραφικής κοινότητας. Ειδικά εδώ –όπου, παρότι το κλίμα θυμίζει διακοπές λόγω της ατμόσφαιρας του νησιού, οι άνθρωποι δουλεύουν– μπορείς να συνδεθείς με τους ανθρώπους με έναν τρόπο που δεν συμβαίνει στα μεγάλα κινηματογραφικά events, όπου όλοι είναι στην πρίζα».
Ρωτάω τον Κριστιάν Ζεν –που είναι αναπληρωτής διευθυντής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, στο οποίο εργάζεται από το 1983, και διευθυντής στο Τμήμα Ταινιών του– πώς βρέθηκε εδώ. Η απάντησή του είναι αυτό που περιγράφει η λέξη «τυχαία». Γνώρισε τον Μπάμπη Τσούτσα, καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αιγαίου, στις Κάννες και έπιασαν μια κουβέντα η οποία του εξήψε το ενδιαφέρον για το πώς μπορεί να λειτουργεί ένα φεστιβάλ στο νησί της Πάτμου σε σχέση με το τοπικό κοινό. «Απ’ ό,τι είδα, ο κόσμος όντως έρχεται να δει τις ταινίες και αυτό είναι που μου δίνει τη μεγαλύτερη χαρά». Αργότερα κι ενώ συναντιόμαστε αρκετές φορές ανάμεσα στις προβολές, θα μου πει περίπου το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια. Είχε ξεχάσει και ξαναείδε εδώ την εικόνα των ανθρώπων που κάνουν ουρά έξω από ένα σινεμά για να βγάλουν εισιτήριο – στα μεγάλα φεστιβάλ της κινηματογραφικής βιομηχανίας, όπου συνηθίζει να πηγαίνει, το μεγαλύτερο κομμάτι του κοινού είναι οι επαγγελματίες του κλάδου, οι οποίοι δεν κόβουν εισιτήριο.

Ο Θανάσης Καραθάνος είναι ξεχωριστή περίπτωση, καθώς γνωρίζει την Πάτμο σαν την παλάμη του χεριού του. Παραθερίζει και ενίοτε μένει κανονικά στο νησί τα τελευταία 30 χρόνια, ενώ παρακολουθεί το φεστιβάλ από την πρώτη του διοργάνωση. Οι δικοί του λόγοι προκειμένου να συμμετάσχει στην επιτροπή, λοιπόν, μοιάζουν αυταπόδεικτοι. Γεννημένος στο Βερολίνο, έχει υπογράψει την παραγωγή σε δεκάδες ταινίες, ξένες και ελληνικές, ενώ υπήρξε συμπαραγωγός στο φιλμ Εκείνη του Πολ Βερχόφεν, που προτάθηκε για Χρυσό Φοίνικα, με την πρωταγωνίστριά του Ιζαμπέλ Ιπέρ να κερδίζει τη μόνη της μέχρι σήμερα υποψηφιότητα για Όσκαρ. Με τα άλλα δύο μέλη της κριτικής επιτροπής, δε, γνωρίζεται περισσότερα χρόνια απ’ όσα επισκέπτεται την Πάτμο. «Ερχόμενοι εδώ», μου λέει για τη Σόλομον και τον Ζεν, «υποστηρίζουν αυτό που κάνει ο Μπάμπης, το να τρέχει ένα μπουτίκ φεστιβάλ στην Πάτμο, πράγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο».
Η «γιαγιά» και η Βαλέρια Γκολίνο
Ο «περίφημος Μπάμπης» όσο ήμουν στο νησί έτρεχε να τα προλάβει όλα. Κατάφερα να του ξεκλέψω μισή ώρα στην παραλία Λεύκες, όπου έλαβε χώρα ένα πάνελ για τα θαλάσσια οικοσυστήματα – κομμάτι του περιβαλλοντικού προγράμματος Echoes του φεστιβάλ, το οποίο περιλάμβανε επίσης προβολές ντοκιμαντέρ με ελεύθερη είσοδο, χάρη στη στήριξη του Πράσινου Ταμείου. Γεννημένος στην Αθήνα το 1979, σπούδασε διεθνές μάνατζμεντ επιχειρήσεων στο Deree, κινηματογράφο στη σχολή PCFE της Πράγας και φωτογραφία στο πλάι του Πλάτωνα Ριβέλλη. Πώς του ήρθε να μεταμορφώσει την Πάτμο σε «μικρές Κάννες της Ελλάδας»; Το 2009, ενώ βρισκόταν με τη σύζυγό του και διάφορους ξένους φίλους τους από τον χώρο του κινηματογράφου στο νησί για διακοπές, συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε σε αυτό ούτε μία κινηματογραφική αίθουσα. Αυθόρμητα, πάνω σε μια χαρτοπετσέτα έκανε έναν προϋπολογισμό για τη δημιουργία ενός φεστιβάλ, στο οποίο θα έπαιζαν τις ταινίες που ήθελαν να δουν. Έτσι γεννήθηκε το Patmos International Film Festival, που το 2017 μετονομάστηκε σε Aegean Film Festival.

Τη διεθνή φήμη του το φεστιβάλ την απέκτησε χωρίς φανφάρες. «Πριν από πέντε χρόνια δεν είχαμε καν σόσιαλ μίντια», εξηγεί. Δεν μπορεί, όμως, να καταλήξει στο τι ήταν αυτό που έπεισε τα μεγάλα ονόματα της βιομηχανίας όχι μόνο να έρθουν φέτος ως μέλη της κριτικής επιτροπής των βραβείων του, αλλά και να το στηρίζουν μέσα στα χρόνια, συμμετέχοντας στη συμβουλευτική επιτροπή του προγραμματισμού του. Μεταξύ άλλων, μέλη της τελευταίας είναι ο δύο φορές βραβευμένος με Όσκαρ Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης Αλεξάντερ Πέιν, ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Τραϊμπέκα Φρεντερίκ Μπουαγιέ και ο Ρόμπερτ Ντικ, υπεύθυνος εταιρικής ανάπτυξης στο Σάντανς. Την επόμενη χρονιά θα προστεθεί ο Μπρούνο Μουνιόθ, επικεφαλής στο Τμήμα Ταινιών Μικρού Μήκους του Φεστιβάλ Καννών, τον οποίο συνάντησα αρκετές φορές ανάμεσα στο κοινό. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χρονική συγκυρία που –δεκαεπτά χρόνια μετά τη βράβευση του Γιώργου Λάνθιμου στις Κάννες και την επακόλουθη άνθηση του Greek weird wave– το ανεξάρτητο ελληνικό σινεμά μοιάζει να έχει ωριμάσει στις διεθνείς αγορές. Του χρόνου, στις 16 Ιανουαρίου, τα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου θα λάβουν χώρα στο ΚΠΙΣΝ – «οι προετοιμασίες είναι σε πλήρη εξέλιξη», μου είπε κάποια στιγμή η Σόλομον. Λίγους μήνες μετά, στο Marché du Film των Καννών, όπου κλείνονται οι μεγάλες κινηματογραφικές συμφωνίες, η Ελλάδα θα είναι η τιμώμενη χώρα. Ενώ ο ήλιος βάφει χρυσή τη θάλασσα, ακούω τον Μπάμπη Τσούτσα να μου αναλύει τη σύνθεση του κοινού στο φεστιβάλ – «μπορεί στην πρώτη σειρά του Αστερία να κάθεται η Βαλέρια Γκολίνο και δίπλα της μια ντόπια γιαγιά», σχολιάζει. «Σαν αυτές τις Πατινιώτισσες που συνάντησα στη Χώρα», σκέφτομαι.
«Μπορεί στην πρώτη σειρά του θερινού σινεμά Αστερία να κάθεται η Βαλέρια Γκολίνο και δίπλα της μια ντόπια γιαγιά».
To 15o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αιγαίου πραγματοποιήθηκε στην Πάτμο από τις 16 έως τις 27 Ιουλίου. Περισσότερες πληροφορίες για τη διοργάνωση στο σάιτ aegeanff.com.