Μεταμοντέρνος Μωυσής στο Σωτηρία

Φόρτωση Text-to-Speech…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ
Νοσοκομείο Σωτηρία
εκδ. Κίχλη
σελ. 184

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο «Σωτηρία», ένας άνδρας αγωνιά να γράψει ένα βιβλίο. Το μυαλό του πάει στους πεθαμένους. Αρχικά στον παππού εκ πατρός Μωυσή, από τον οποίο πήρε το όνομά του. Κι εκείνος είχε νοσηλευτεί κάποτε στο ίδιο νοσοκομείο. Eπειτα τη σκέψη του αγκυλώνει η Αγγελική, η γυναίκα του, που μια μέρα πήδηξε από το μπαλκόνι του σπιτιού τους. Τη θυμάται να απαγγέλλει Πολυδούρη, διάσημη τρόφιμο του «Σωτηρία». Η Αγγελική σχεδίαζε να γράψει ένα βιβλίο για την Πολυδούρη καθώς και για μια άσημη ποιήτρια, τη Φιλησία Στάθη-Πουλιοπούλου, η οποία το 1942 βρέθηκε τυχαία στο νοσοκομείο, αναζητώντας τον διαρκώς διωκόμενο σύζυγό της. Το ημιτελές γραπτό της νεκρής γυναίκας του παλεύει να ολοκληρώσει ο άρρωστος Μωυσής, ενόσω πεθαίνει από τον πόνο.

«Το σώμα μια παλίμψηστη χωματερή της Ιστορίας». Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης εγκιβωτίζει στο πάσχον σώμα του πρωταγωνιστή πλήθος ιστορίες, οι οποίες απορρέουν και εκβάλλουν στο «Σωτηρία». Η γραφή γίνεται ένας περισπασμός από την επώδυνη ασθένεια. Για όσο γράφει, ο αφηγητής στέκεται παράμερα από τον θάνατο. Το ζήτημα είναι να παραμείνει «αφηγούμενος». «Πονάει και το τελευταίο χιλιοστό του σώματός μου». Νιώθει πως οι λέξεις του λιγοστεύουν, πως δεν του φτάνουν όχι απλώς για τα απαραίτητα κεφάλαια, αλλά ούτε καν για μερικές ακόμη παραγράφους. Φοβάται πως σύντομα θα καταστεί «διηγήσιμος μόνο σε χρόνο παρελθοντικό».

Από την ενδοστρέφεια της αρρώστιας και το αμετάδοτο βίωμα του πόνου, ο αφηγητής γράφοντας ανοίγεται στην εξωστρέφεια της εξιστόρησης. Στρέφεται στον πόνο των άλλων, του παππού του, της Πολυδούρη, της Φιλησίας και όλων εκείνων που πέθαναν αζήτητοι στους θαλάμους του «Σωτηρία». Παρηγορείται με τους διακεκριμένους νοσηλευόμενους αλλοτινών εποχών, τον Ρίτσο, την Μπέλλου, τον Μπελογιάννη, τον Πλουμπίδη. Αλλά και με μια τρελή από το πένθος καθαρίστρια, που νομίζει ότι θα τον γιάνει με ξόρκια και μαγγανείες.

μεταμοντέρνος-μωυσής-στο-σωτηρία-564380311

Υιοθετώντας τα σκέρτσα του μεταμοντερνισμού, ο συγγραφέας βάζει τον παππού του να συνομιλεί με τις δύο ποιήτριες, αναβιώνοντας στιγμιότυπα από τη ζωή τους. Η Πολυδούρη θρηνεί σε ένα νεκροθάλαμο της τρίτης θέσης τον χαμό του Καρυωτάκη, αλλά έπειτα από μέρες εγκλεισμού αρχίζει τα σκασιαρχεία για να ριχτεί στους μποέμικους ρυθμούς της μεσοπολεμικής Αθήνας. Η Φιλησία, από την άλλη, εικονίζεται σε στάση βουβού αποχαιρετισμού, σαν μια σκιά, παντοτινά αποσυρμένη στην αφάνεια. Ο άνδρας της φευγάτος σε φυλακές και εξορίες.

Ο συγγραφέας παραθέτει επίσης ποιήματα της Πολυδούρη και της Φιλησίας, τα οποία αναλύει υπό ένα κοινό ερμηνευτικό πρίσμα, διχασμένο ανάμεσα σε θρησκευτικούς συμβολισμούς και στη δομή της αρχαίας τραγωδίας. Από τη βιβλιοθήκη του «Σωτηρία» αλιεύει επιστολές ασθενών και συγγενών, που βαθαίνουν τη δική του εμπειρία της νοσηλείας. Μέσα από τον πόνο των άλλων ασκείται στην απαραβίαστη μοναξιά της αρρώστιας. Δεν παραλείπει να διαβάσει το «Χιόνι των Αγράφων» του Χατζημωυσιάδη, όπως και ένα άρθρο του ιδίου για τη Φιλησία. Με ανάλογο ζήλο μεριμνά για τη (μεταμοντέρνα) διαθήκη του.

Μεταμοντέρνος Μωυσής στο «Σωτηρία»-1

Μεγάλο μέρος του πολυπλόκαμου μυθιστορήματος αφορά την ιστορία του νοσοκομείου. Ο αφηγητής αφήνει τον νου του να τον πάει στις αρχές του 20ού αιώνα, για να περιπλανηθεί στα ελεεινά παραπήγματα του παλιού σανατορίου, που σχημάτιζαν «μια ρυπαρή και άναρχη παραγκούπολη», όπου θέριζε η φυματίωση. Δίπλα στις σκηνές των φυματικών, τεκέδες, χώροι διασκέδασης, χασισοποτεία, πορνεία, αντιστασιακές οργανώσεις. Στον περίβολο του «Σωτηρία», ένας τόπος εκτελέσεων. Από τις νοερές περιπλανήσεις μένει ο θρήνος για την αδικαίωτη μνήμη τόσων άδειων κρεβατιών. Μοιραία κάποτε όλοι οι συλλογισμοί καταρρέουν μες στα οράματα της μορφίνης.

Εκτρέποντας το γραπτό του προς κάθε δυνατή κατεύθυνση, με αφετηρία και προορισμό το «Σωτηρία», ο αφηγητής πασχίζει ταυτόχρονα να εντάξει τον εαυτό του σε μια πλοκή διαφορετική από αυτή που του επιβάλλει η αρρώστια. Αλλά το σώμα του δεν ανέχεται τις υπεκφυγές, προτιμά τα δραματικά απρόοπτα, που τον ξυπνούν σφάζοντάς τον στον πόνο. «Μένω ακίνητος προσπαθώντας να καταλάβω από πού προέκυψε τούτο το δραματικό απρόοπτο και για μια στιγμή τα βάζω με τον μα…α τον αφηγητή, που πάλι παίζει μεταμοντέρνα παιχνίδια σε βάρος μου».

Το βιβλίο του Χατζημωυσιάδη ξεκινάει σαν νοσογραφία για να καταλήξει ένα πρωτεϊκό μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Μολονότι η υψηλοφροσύνη δεν εγκαταλείπει το ύφος της γραφής, φορτίζοντας σχεδόν κάθε φράση με έναν υπερθετικό βαθμό συγκίνησης, τα επιμέρους κομμάτια διατηρούν τη ζωντάνια τους, διαστέλλοντας το χρονικό εύρος της αφήγησης. Οι εναλλαγές έχουν σχεδιαστεί σωστά, έτσι ώστε να φαίνονται αβίαστες οι μετατοπίσεις από την παροντική συνθήκη της ασθένειας σε άλλους χρόνους, στον ίδιο όμως πάντα χώρο. Και αυτή η καθήλωση στον χώρο, στο νοσοκομείο, επαναφέρει δριμύτερη την εξουσία του σώματος. Ο μεταμοντερνισμός δεν καταλύει την οδύνη, για λίγο μόνο την αφήνει να ίπταται «στα ροζ συννεφάκια της γλώσσας». Η αξιοσημείωτη επιτυχία του Χατζημωυσιάδη είναι ότι δεν άφησε τα μεταμοντέρνα νάζια να απομυζήσουν τις ένυδρες κοίτες της μυθοπλασίας του.