Στην κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας της οργάνωσης, η δικογραφία τοποθετεί ως διευθύνοντα τον Άγγελο Γιαννακόπουλο (γνωστό στις συνομιλίες των μελών με τα προσωνύμια «Μεγάλος», «Daddy», «Φίλος», «Αφεντικό», «Boss» ή «Φάνης»). Όπως αναφέρεται στην αναφορά της ΕΛ.ΑΣ., ο Γιαννακόπουλος, με παρουσία στον χώρο των αρτοποιείων και της εστίασης από το 1996, φέρεται να είχε τον απόλυτο έλεγχο του δικτύου, λαμβάνοντας όλες τις στρατηγικές αποφάσεις χωρίς το όνομά του να εμφανίζεται στη διοίκηση των «αναλώσιμων» εταιρειών.
Για να δικαιολογεί τη φυσική του παρουσία στα καταστήματα και τις χρηματικές ροές προς τον ίδιο, εμφανιζόταν στο σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» από το 2017 έως το 2026 ως απλός μισθωτός σε διάφορες εταιρείες του δικτύου —άλλοτε ως υπάλληλος φύλαξης, εργάτης αρτοποιίας, ταμίας ή μάγειρας σε εστιατόρια της Μυκόνου, και άλλοτε ως «διευθυντικό στέλεχος» (ώστε, όπως καταγράφηκε σε τηλεφωνική συνομιλία με λογιστικό γραφείο, να εξαιρείται από την υποχρέωση χτυπήματος ψηφιακής κάρτας εργασίας σε περίπτωση ελέγχου).
Παράλληλα, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, χρησιμοποιούσε έξι διαφορετικές τηλεφωνικές συνδέσεις καταχωρημένες σε «αχυρανθρώπους» ή εταιρείες-βιτρίνες («πακιστανικά» τηλέφωνα), ενώ όταν καλούνταν στις συνδέσεις αυτές από τρίτους ή ακόμα και από αστυνομικό της Δ.Α.Ο.Ε. (στις 30/04/2026), συστηνόταν με ψευδώνυμα όπως «Νεκτάριος Γαρίδας», «Ζώης» ή «Φάνης».
Ως «Κεντρικό Γραφείο – Στρατηγείο» της οργάνωσης λειτουργούσε διώροφο κτιριακό συγκρότημα άνω των 3.000 τ.μ. επί της Λεωφόρου Κηφισού στο Περιστέρι, στον 1ο όροφο του οποίου υπήρχε ιδιαίτερο γραφείο αποκλειστικής χρήσης του Άγγελου Γιαννακόπουλου. Το κτίριο είχε μισθωθεί από εταιρεία και υπεκμισθωνόταν σε δεκάδες εταιρείες του κυκλώματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2026, αντιλαμβανόμενα προφανώς τον κλοιό των ερευνών, τα μέλη της οργάνωσης προχώρησαν σε μαζικές, ταυτόχρονες λύσεις μισθώσεων και εκκαθαρίσεις εταιρειών που στεγάζονταν στο συγκεκριμένο κτίριο.