Μαρτυρία: Εγώ, το φάρμακο για το αδυνάτισμα και το αλκοόλ

Φόρτωση Text-to-Speech…

Είναι Αύγουστος του 2026. Σε λίγες ημέρες κλείνω τα 50 και στην πόρτα του ψυγείου μου κρύβω ένα κουτί ενός από τα πιο δημοφιλή σκευάσματα νέας γενιάς κατά της παχυσαρκίας. Οι περισσότεροι θα υποθέσουν –και ορθώς– ότι έχει κάποια σχέση με τη χρόνια πάλη με την εικόνα του σώματός μου. Οχι μόνο. Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από μελέτες έχουν δώσει τις πρώτες ενδείξεις ότι τα φάρμακα GLP-1 πέρα από την όρεξη για φαγητό ίσως επηρεάζουν και τους μηχανισμούς που σχετίζονται με την ανταμοιβή και τον εθισμό. Για εμένα είναι κυρίως μια απόπειρα να βάλω τέλος στην καθημερινή διαπραγμάτευση με το αλκοόλ.

Το «σήκωνα», έλεγαν

Δεν μπορώ να εντοπίσω πότε ακριβώς ξεκίνησε η προβληματική σχέση μου με το ποτό. Μπορώ να ανακαλέσω μόνο κομμάτια του παζλ. Θυμάμαι ότι εκεί γύρω στα 27 μου υπέφερα από αϋπνίες. Υπήρχαν ημέρες που ερχόμουν με μία ώρα ύπνο στο γραφείο. Εκείνη την εποχή άρχισα να πίνω συστηματικά τα βράδια, μπας και καταλαγιάσει το στρες και καταφέρω να κοιμηθώ. Εκεί έγινε η ζημιά; Ποιος ξέρει. Ηδη ο μύθος που με ακολουθούσε ήταν ότι το «σήκωνα» το αλκοόλ. Βγαίναμε σε μπαρ ή τρώγαμε σε ταβέρνες και ήμουν αυτή που θα έπινε περισσότερο χωρίς εμφανείς παρενέργειες.

Κάποια στιγμή απέκτησα και τη συνήθεια του τζιν τόνικ στο γραφείο, εκεί γύρω στις 7-8 μ.μ., ακριβώς πάνω στην κορύφωση της ημέρας, του άγχους και της πίεσης. Στις αίθουσες σύνταξης εκείνης της εποχής, ένα ποτό στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας δεν προκαλούσε ιδιαίτερη εντύπωση. Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι είναι ΟΚ όλα αυτά, να πίνω κάθε μέρα, καμιά φορά και αρκετά (συχνά μετά τη δουλειά θα έβγαινα). Αν καμιά μέρα τύχαινε να μην πιω, έλεγα μέσα μου «Είδες; Μπορείς. Σου αξίζει ένα τζιν τόνικ».

Η δύναμη της ντροπής – Το πρώτο καμπανάκι ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι ξεχνούσα πράγματα που συνέβαιναν και κουβέντες που έκανα όταν έβγαινα. Αρχισα να θορυβούμαι, να σκέφτομαι ότι πρέπει οπωσδήποτε κάτι να κάνω. Ομως η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη είναι τελικά η ντροπή.

Το πρώτο καμπανάκι ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι ξεχνούσα πράγματα που συνέβαιναν και κουβέντες που έκανα όταν έβγαινα. Αρχισα να θορυβούμαι, να σκέφτομαι ότι πρέπει οπωσδήποτε κάτι να κάνω. Ομως η μεγαλύτερη κινητήρια δύναμη είναι τελικά η ντροπή.

Στις 17 Αυγούστου του 2013 είχα κόσμο στο σπίτι για τα γενέθλιά μου. Οσους είχαν ξεμείνει στην Αθήνα ή μόλις είχαν γυρίσει από διακοπές. Περιμένοντάς τους, είχαμε αρχίσει να πίνουμε με μια φίλη μαργαρίτες. Ηταν ένα τέλειο πάρτι – από ό,τι μου είπαν. Εγώ το έχασα όλο γιατί πριν ακόμη αρχίσει το γλέντι έκλεισα τα μάτια μου και τα άνοιξα το επόμενο πρωί. Χανγκόβερ και ενοχές, το χειρότερο κοκτέιλ.

Διακοπή, η πρώτη

Λίγα χρόνια αργότερα, ύστερα από ένα ακόμη άβολο περιστατικό –το να προσθέτεις αλκοόλ σε έναν εκ φύσεως ευερέθιστο άνθρωπο είναι σαν να προσθέτεις λάδι στη φωτιά– πήρα την απόφαση να κόψω εντελώς το αλκοόλ. Δεν δυσκολεύτηκα όσο περίμενα – το κόψιμο του τσιγάρου είχε υπάρξει απείρως δυσκολότερο. Είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν οι μπίρες χωρίς αλκοόλ, τις οποίες κατανάλωνα στις εξόδους μου ευχάριστα – αντίθετα, τα mocktails δεν τα αγάπησα ποτέ. Αρχισα να κοιμάμαι καλύτερα, να θυμάμαι όλες τις χαζομάρες που έλεγα ή έκανα τα βράδια, να τελειώνω τα κείμενα πιο γρήγορα. Ηταν όλα καλύτερα, απλώς είχα εγκαταλείψει μερικά από τα αγαπημένα μου πράγματα στον κόσμο, όπως τη δυνατότητα να απολαμβάνω ένα ποτήρι καλό κρασί με το φαγητό μου.

Πάνω από πέντε χρόνια κύλησαν έτσι, χωρίς σταγόνα ποτό. Δεν δοκίμαζα ούτε το φαΐ που έσβηνα με κρασί, πριν εξατμιστεί εντελώς το αλκοόλ. Ωσπου το ’22, με ένα παιδί ενός έτους στην αγκαλιά, είπα να ξαναδοκιμάσω τα «νερά». Αρχισα να πίνω κοινωνικά, με μέτρο και με την ασφάλεια που θεωρούσα ότι δίνει η καθημερινότητα της μαμάς. Ομως, τουλάχιστον για κάποιους ανθρώπους, ισχύουν και με το αλκοόλ όσα και με το τσιγάρο: δεν χρειάζεται παρά ένα για να γυρίσεις εκεί από όπου ήθελες να ξεφύγεις.

Βέβαια, η ζωή μου ήταν πια τελείως διαφορετική: ένα μικρό παιδί, πολύ λιγότερες έξοδοι, πολύ μεγαλύτερη ευθύνη. Ποτέ δεν επέστρεψα στις συνήθειες των τριάντα μου. Το κρασί στην έξοδο με φίλους, όμως, έγινε σιγά σιγά κρασί με τη σειρά στο Netflix, που κάποιες φορές έγινε και κρασί το μεσημέρι, δουλεύοντας από το σπίτι. Μπορούσα να μην πιω. Αυτό που δεν μπορούσα ήταν να μην το σκέφτομαι. Είχα πιει σήμερα; Αν όχι, μήπως να ανοίξω ένα μπουκάλι; Αν πιω τώρα, δεν θα πιω αύριο. Χωρίς να το καταλάβω, το αλκοόλ είχε αρχίσει να καταλαμβάνει δυσανάλογο χώρο στο μυαλό μου.

Η επιθυμητή «παρενέργεια»

Μια μέρα μιλούσα στο messenger με κάποια φίλη, η οποία μου εκμυστηρεύθηκε ότι ξεκίνησε GLP-1 για να αντιμετωπίσει το σκάλωμα της ζυγαριάς. Είχε εντυπωσιαστεί με τα αποτελέσματα, αλλά κυρίως με κάτι που δεν είχε υπολογίσει. Οπως μου είπε, στην πανδημία είχε αρχίσει να πίνει περισσότερο και έκτοτε το «κρασάκι» είχε γίνει καθημερινό μέσο χαλάρωσης και επιβράβευσης μετά μια απαιτητική μέρα. Το φάρμακο τη βοήθησε να το βγάλει από το μυαλό της. «Δεν το έβγαλα από τη ζωή μου, θα πιω άμα βγούμε. Αλλά εγώ που κατέβαζα ένα μπουκάλι μόνη μου, τώρα θα μείνω στο ένα ποτήρι», μου έγραψε.

Διάβασα το μήνυμα δύο και τρεις φορές. Για πρώτη φορά κάποιος περιέγραφε με λέξεις αυτό που μέχρι τότε δυσκολευόμουν να εξηγήσω ακόμη και στον εαυτό μου. Είναι δυνατόν; Η απάντηση δεν είναι ακόμη σαφής. Εδώ και μερικά χρόνια, γιατροί παρατηρούσαν ότι αρκετοί ασθενείς που έπαιρναν φάρμακα GLP-1 για διαβήτη ή παχυσαρκία ανέφεραν πως, μαζί με την όρεξη για φαγητό, μειωνόταν και η επιθυμία τους για αλκοόλ. Οι πρώτες παρατηρητικές μελέτες κινήθηκαν προς την ίδια κατεύθυνση.

O πρώτος μήνας – Οπως κόπηκε το food noise, έτσι κόπασε και η συνεχής εσωτερική διαπραγμάτευση του τύπου «θα πιω μόνο ένα σήμερα»ή «αν πιω τώρα, δεν θα πιω αύριο». Δεν άρχισα να νιώθω αποστροφή για το αλκοόλ, απλώς δεν διεκδικούσε πλέον διαρκώς την προσοχή μου.

Φέτος, όμως, δημοσιεύθηκε στο The Lancet η πρώτη σημαντική τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή: η σεμαγλουτίδη, ένα συγγενικό φάρμακο της ίδιας θεραπευτικής οικογενείας με την τιρζεπατίδη, μείωσε σημαντικά τις ημέρες έντονης κατανάλωσης αλκοόλ, τη συνολική ποσότητα που έπιναν οι συμμετέχοντες και την επιθυμία τους για ποτό, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Μολονότι τα αποτελέσματα θεωρούνται ενθαρρυντικά, τα φάρμακα GLP-1 δεν αποτελούν εγκεκριμένη θεραπεία για τη διαταραχή χρήσης αλκοόλ.

Το τέλος της «δίψας»

Εχοντας διαβάσει αρκετά για το θέμα, πήρα την απόφαση να το δοκιμάσω. Πλήρωσα 190 ευρώ για το πρώτο κουτί των 2,5 mg, δηλαδή της δόσης με την οποία ξεκινούν συνήθως οι ασθενείς για τον πρώτο μήνα. Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο – μολονότι λογικά πρέπει να έπαιξε ρόλο και το ότι ήμουν έτοιμη να αλλάξω συνήθειες. Οπως κόπηκαν το food noise, ο λεγόμενος διατροφικός θόρυβος, οι λιγούρες, ο συνεχής σχεδιασμός των γευμάτων, το τσιμπολόγημα, έτσι κόπασε και η συνεχής εσωτερική διαπραγμάτευση του τύπου «θα πιω μόνο ένα σήμερα» ή «αν πιω τώρα, δεν θα πιω αύριο». Δεν άρχισα να νιώθω αποστροφή για το αλκοόλ, απλώς δεν διεκδικούσε πλέον διαρκώς την προσοχή μου.

Τον επόμενο μήνα πήρα ακόμη ένα κουτί. Οσο κι αν επλήγη ο μηνιαίος προϋπολογισμός, το αποτέλεσμα ήταν αρκετά σημαντικό για να το αγνοήσω. Αρχισα όμως να αναρωτιέμαι: Για πόσο θα μπορούσα να συνεχίσω; Τι θα γινόταν αν σταματούσα; Θα επέστρεφε ο ίδιος αδιάκοπος διάλογος με το αλκοόλ ή, αν επέμενα για λίγο ακόμη, θα προλάβαινε ο εγκέφαλός μου να μάθει μια καινούργια συνήθεια; Η ζωή, βέβαια, είχε άλλα σχέδια.

Μετά τον δεύτερο μήνα και χωρίς να ξέρω αν έπρεπε να σταματήσω, να συνεχίσω ή να περάσω στα 5 mg, όπως προβλέπει συνήθως το θεραπευτικό σχήμα, αποφάσισα να κάνω εξετάσεις: αιματολογικές και υπέρηχο άνω και κάτω κοιλίας. Ο υπέρηχος δεν προβλέπεται από τις επίσημες οδηγίες, αρκετοί γιατροί όμως τον ζητούν ως εξέταση βάσης, ιδίως σε άτομα άνω των 40-50 ετών, με αυξημένο βάρος ή ιστορικό κατανάλωσης αλκοόλ.

Οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο χολολιθίασης και χολοκυστίτιδας, οπότε είναι χρήσιμο να γνωρίζει ο γιατρός αν υπάρχουν ήδη πέτρες στη χολή. Παράλληλα, ο υπέρηχος δίνει μια εικόνα αναφοράς για το ήπαρ πριν από την έναρξη ή τη συνέχιση της θεραπείας και μπορεί να αναδείξει τυχόν άλλα τυχαία ευρήματα.

Εν προκειμένω, αποκάλυψε μια ύποπτη βλάβη στο δεξί νεφρό, η οποία επιβεβαιώθηκε με αξονική. Ενα τυχαίο εύρημα που ποιος ξέρει πότε θα είχε διαπιστωθεί αν δεν είχαν προηγηθεί όλα αυτά. Κάπως έτσι βρέθηκα στην ερημιά του Αυγούστου να προσπαθώ να προγραμματίσω ένα χειρουργείο, με τη συνακόλουθη αγωνία και ένα άθικτο κουτί φαρμάκου στο ψυγείο.

«Δεν αναγνωρίζεται ακόμη ως θεραπεία για την εξάρτηση»

«Τα τελευταία δεδομένα για τους αγωνιστές GLP-1, με πιο γνωστή τη σεμαγλουτίδη, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τη διαταραχή χρήσης αλκοόλ», λέει στην «Κ» ο ψυχίατρος – ψυχοθεραπευτής Πασχάλης Γκίκας. «Οι πρώτες τυχαιοποιημένες μελέτες δείχνουν ότι μπορεί να μειώνουν την επιθυμία για αλκοόλ, καθώς και τον αριθμό των ποτών που καταναλώνονται. Παράλληλα, μελέτες σε μεγαλύτερους πληθυσμούς έχουν συνδέσει τη χρήση τους με λιγότερες υποτροπές και νοσηλείες.

Η δράση αυτή φαίνεται ότι δεν οφείλεται απλώς στη μείωση της όρεξης. Πιθανότατα σχετίζεται και με την επίδρασή τους στα εγκεφαλικά κυκλώματα της ανταμοιβής, τα οποία συμμετέχουν καθοριστικά στους μηχανισμούς του εθισμού. Παρ’ όλα αυτά, είναι νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα. Οι διαθέσιμες κλινικές μελέτες είναι ακόμη λίγες, με σχετικά μικρό αριθμό συμμετεχόντων και περιορισμένη διάρκεια παρακολούθησης. Επομένως, οι αγωνιστές GLP-1 δεν μπορούν σήμερα να παρουσιαστούν ως καθιερωμένη θεραπεία για την εξάρτηση από το αλκοόλ.

Η εικόνα που έχουμε μέχρι στιγμής είναι σαφώς ενθαρρυντική. Δεν πρόκειται, επομένως, για οριστική λύση, αλλά για μια πιθανή νέα επιλογή που χρειάζεται περαιτέρω ισχυρή τεκμηρίωση. Εφόσον δεν υπάρχουν αντενδείξεις και υπάρχει κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως συμπληρωματικό εργαλείο μέσα σε μια συνολική θεραπευτική προσέγγιση. Αυτή πρέπει να παραμένει εξατομικευμένη και να περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία, υποστήριξη, αντιμετώπιση των συνυπαρχουσών δυσκολιών, ενώ και το rTMS διερευνάται ως πρόσθετη νευροτροποποιητική παρέμβαση».