Κλάιβ Ντέιβις (1932- 2026): Ο Μίδας της μουσικής βιομηχανίας

Ο Κλάιβ Ντέιβις έζησε μια πλήρη ζωή αλλά, αν μπορούσε, θα ζούσε δύο φορές, καθώς όλα τα έκανε εις διπλούν: δύο πτυχία στο πανεπιστήμιο (ένα στις πολιτικές επιστήμες και ένα δεύτερο στα νομικά με πλήρη υποτροφία στο Χάρβαρντ), δύο γάμοι, δύο παιδιά με κάθε σύζυγο, δύο διαζύγια, δύο δισκογραφικές εταιρείες τις οποίες ίδρυσε, μέχρι και βιβλία έγραψε, επίσης δύο!

Αλλά από επιτυχίες, μπορεί και 2.000! Ο Κλάιβ Ντέιβις δεν έπαιζε μουσική, αλλά διέθετε «χρυσά αυτιά», μπορούσε δηλαδή να διακρίνει ποιος καλλιτέχνης είχε την ποιότητα του σταρ και, στη συνέχεια, ήξερε με ποιους συνεργάτες έπρεπε να τον πλαισιώσει και ποια τραγούδια έπρεπε να ερμηνεύσει. Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι αυτό το έκανε αμέτρητες φορές, αλλά ότι το έκανε σε πέντε διαφορετικές δεκαετίες, δηλαδή η διορατικότητά του ξεπέρασε όλες τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελέστηκαν στη μουσική βιομηχανία μέσα σε μισό αιώνα.

Ο Ντέιβις γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1932 στο Μπρούκλιν. Οι γονείς του ήταν Εβραίοι που πέθαναν με έναν μόνο χρόνο διαφορά, όταν ο Κλάιβ ήταν έφηβος. Μεγάλωσε με την παντρεμένη αδελφή του. Μέσω του δικηγορικού γραφείου όπου εργαζόταν, βρέθηκε στα γραφεία της δισκογραφικής εταιρείας Columbia και, 28 ετών, προσελήφθη εκεί: η άνοδός του στην ιεραρχία ήταν ταχύτατη και το 1967 έγινε πρόεδρος. Είχε ήδη καταλάβει ότι το ροκ είχε τεράστια εμπορική δυναμική και, όταν βρέθηκε ως θεατής στο περίφημο φεστιβάλ του Μόντερεϊ τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, πείστηκε ότι η Columbia έπρεπε να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση. Μερικά ονόματα που υπέγραψαν συμβόλαιο εκεί το επόμενο διάστημα, έπειτα από δική του εισήγηση: Τζάνις Τζόπλιν, Santana, Μπρους Σπρίνγκστιν, Chicago, Μπίλι Τζόελ, Aerosmith, Blood, Sweat & Tears, Earth, Wind & Fire.

Το 1973, όμως, η CBS/Columbia απέλυσε τον Ντέιβις, με την κατηγορία ότι διακινούσε ναρκωτικά σε μουσικούς, ότι χρημάτιζε ραδιοφωνικούς παραγωγούς και ότι είχε καταχραστεί χρήματα της εταιρείας για προσωπικά του έξοδα. Ο ίδιος δεν παραδέχθηκε ποτέ τίποτα, ούτε και καταδικάστηκε σχετικά, αλλά δεν έχασε χρόνο και, αφού έγραψε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Inside the Record Business», ίδρυσε μια νέα δισκογραφική εταιρεία, την περίφημη Arista, με κονδύλια της κινηματογραφικής εταιρείας Columbia, που του παραχώρησε και το 20% των μετοχών. Στην Arista, ο Ντέιβις πρώτα άρπαξε, συμβολικά, τον Μπάρι Μάνιλοου από την παλιά του εταιρεία και στη συνέχεια έπεισε δεκάδες καλλιτέχνες από όλα τα είδη μουσικής να αναζητήσουν εκεί την καλλιτεχνική τους στέγη: Αρίθα Φράνκλιν, Ντιόν Γουόργουικ, Πάτι Σμιθ, Κάρλι Σάιμον, Τζιλ Σκοτ Χίρον, χωρίς να ξεχνάει τα ροκ ονόματα (Kings, Grateful Dead, Ministry), αλλά αντιλαμβανόμενος πλήρως ότι τόσο η κάντρι όσο και η «μαύρη» μουσική θα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια. Στον ίδιο, επίσης, πιστώνεται η ανακάλυψη της Γουίτνεϊ Χιούστον, που στα χέρια του έγινε η μεγαλύτερη Αφροαμερικανίδα ποπ σταρ της γενιάς της.

Αντί να επαναπαυτεί, ο Ντέιβις μπήκε δυναμικά στη δεκαετία του ’90 επενδύοντας στο μοντέρνο ριθμ εν μπλουζ και στο χιπ χοπ, συνεργαζόμενος άμεσα ή έμμεσα με τον Σον «Παφ Ντάντι» Κομπς, τους Outkast κ.ά.

Εκεί που απέδειξε, πάντως, ότι διέθετε όντως το άγγιγμα του Μίδα ήταν με την περίπτωση του Κάρλος Σαντάνα. Είχαν μεν συνεργαστεί στο παρελθόν, αλλά στο μεταξύ ο Μεξικανός κιθαρίστας και το συγκρότημά του είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1990 με αδιάφορους δίσκους και καμία εταιρεία δεν εκδήλωνε ενδιαφέρον να τους αναλάβει. Ο Ντέιβις όχι μόνο τον αγκάλιασε εκ νέου, αλλά τον έπεισε να ηχογραφήσει το περίφημο «Supernatural», παρέα με μια ντουζίνα νεότερους τραγουδιστές, και το αποτέλεσμα ήταν μια από τις μεγαλύτερες –και πιο αναπάντεχες– επιτυχίες στην ιστορία της μουσικής: ο δίσκος κέρδισε εννέα βραβεία Γκράμι, σπάζοντας το αντίστοιχο προηγούμενο ρεκόρ του «Thriller» του Μάικλ Τζάκσον, ενώ πούλησε πάνω από 30 εκατ. αντίτυπα παγκοσμίως.

Πιστός στο ραντεβού του με μια ηχηρή απόλυση αμέσως έπειτα από μια ιστορική επιτυχία, ο Ντέιβις είδε, με την αλλαγή της χιλιετίας, την Arista να του δίνει τα παπούτσια στο χέρι, αλλά εκείνος, απτόητος, με κονδύλια από τη γερμανική εταιρεία BMG, ίδρυσε μία ακόμα εταιρεία, την J, που μέσα από διάφορες καραμπόλες συγχωνεύσεων και εξαγορών τον έστειλε στο τιμόνι του ομίλου RCA και από εκεί στον ρόλο του δημιουργικού διευθυντή της Sony Music Entertainment, τίτλο που διατήρησε μέχρι τον θάνατό του στις 22 Ιουνίου 2026, κλείνοντας έναν ανεπανάληπτα παραγωγικό κύκλο, καθώς στο μεταξύ η Sony είχε απορροφήσει και την Columbia.

Στην J, πάντως, το ζητούμενο για εκείνον ήταν καθαρά η εμπορική επιτυχία, γι’ αυτό και επικεντρώθηκε περισσότερο στην ποπ: Κριστίνα Αγκιλέρα, Αλίσια Κιζ, Αντζι Στόουν, Αβρίλ Λαβίν, Μπάστα Ράιμς, Τζέιμι Φοξ, Maroon 5 και κάποια ήδη επιτυχημένα ονόματα, όπως οι Ντ’ Αντζελο και Pearl Jam. Εκεί, ωστόσο, που οι πάντες πίστευαν ότι ο ηλικιωμένος, πλέον, Ντέιβις δεν έκρυβε άλλες εκπλήξεις, μάλλον επιφύλαξε τη μεγαλύτερη. Στην αυτοβιογραφία του «The Soundtrack of My Life» (2013, Simon & Schuster) αποκάλυψε ότι ήταν αμφισεξουαλικός και διατηρούσε μόνιμη σχέση με τον κτηματομεσίτη Γκρεγκ Σρίφερ.

Μπορεί, βέβαια, αυτό να συζητήθηκε ιδιαίτερα, αλλά δεν ήταν σε καμία περίπτωση το πιο σημαντικό που συναντούσε ο αναγνώστης στις 656 σελίδες του βιβλίου: «Οταν ξεκινούσα στον χώρο της δισκογραφίας, είχα εντυπωσιαστεί από τα σόου που έστηνε ο Μπιλ Γκρέιαμ σε Σαν Φρανσίσκο και Νέα Υόρκη. Δεν φοβόταν να πάει κόντρα στα συμβατικά γούστα και να εκθέσει τους ακροατές σε είδη μουσικής που δύσκολα θα άκουγαν οπουδήποτε αλλού. Ηθελε ο κοινός παρονομαστής να είναι η υψηλή ποιότητα. Αυτό προσπάθησα να κάνω και εγώ με τις εταιρείες που διηύθυνα και τα πάρτι που διοργάνωνα, αδιαφορώντας πλήρως για ηλικιακούς ή καλλιτεχνικούς περιορισμούς όταν επιλέγω ποιος θα συνεργαστεί με ποιον. Και, διαχρονικά, ο κόσμος το εκτιμά αυτό. Σκέψου να βλέπεις τον Λου Ριντ με τον Σλας στην κιθάρα ή σε ένα ντουέτο με τον Ροντ Στιούαρτ ή την Πινκ να κάθεται σε ένα σκαμπό με μια ακουστική κιθάρα, ερμηνεύοντας συγκλονιστικά ένα τραγούδι του Κρις Κριστόφερσον που έκανε γνωστό η Τζάνις Τζόπλιν…».

Ο Κλάιβ Ντέιβις δεν τα σκεφτόταν απλώς. Τα υλοποιούσε.