Κέβιν Κίγκαν (1951-2026): Ασος και των σαλονιών και των… λιμανιών

Φόρτωση Text-to-Speech…

Σε μια εποχή που οι ποδοσφαιριστές έχουν σχεδόν αντικαταστήσει τους ποπ σταρ, τουλάχιστον σε επίπεδο εικόνας, ίσως είναι δύσκολο για όποιον έχει γεννηθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια να καταλάβει γιατί ένας Αγγλος με μακριά και κατσαρά μαλλιά, που έφτασε να παίζει μέχρι και στο… αυστραλέζικο πρωτάθλημα, υπήρξε για ένα διάστημα, στα μισά της δεκαετίας του 1970, μία από τις δημοφιλέστερες φιγούρες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Ο Κέβιν Κίγκαν γεννήθηκε το 1951 σε ένα «άγνωστο» αγγλικό χωριό, και, αφού δοκίμασε διάφορα αθλήματα, όπως μποξ, τρέξιμο, κρίκετ και ράγκμπι, 17 ετών ξεκίνησε να παίζει σε έναν μικρό σύλλογο, τη Σκάνθροπ, που αγωνιζόταν στην τέταρτη κατηγορία. Ηταν η εποχή που οι ξένοι παίκτες απαγορεύονταν, βάσει νόμου, για τις αγγλικές ομάδες, με αποτέλεσμα οι κυνηγοί ταλέντων να οργώνουν την επικράτεια και όλα τα τοπικά πρωταθλήματα για να εντοπίσουν περιπτώσεις που θα μπορούσαν να σταθούν σε υψηλότερο επίπεδο. Με την έγκριση του Σκωτσέζου προπονητή Μπιλ Σάνκλι, ο Κίγκαν βρέθηκε, σε ηλικία 20 ετών, στη Λίβερπουλ, με αποδοχές… 50 λίρες την εβδομάδα. Επειτα από μία περίοδο προσαρμογής και ενώ μέχρι τότε θεωρούσε τον εαυτό του παίκτη που αγωνιζόταν στο κέντρο, βρέθηκε σε ρόλο επιθετικού μέσου ή και αμιγώς επιθετικού – είχε έφεση στο σκοράρισμα και είναι χαρακτηριστικό πως, πριν από τον αγώνα, ο προπονητής του τον προέτρεπε «μπες μέσα και ρίξε μερικές χειροβομβίδες!».

Με τον Κίγκαν βασικό στη σύνθεσή της, η Λίβερπουλ κατέκτησε τρία πρωταθλήματα, ένα κύπελλο, δύο φορές το τότε κύπελλο UEFA και στην τελευταία εμφάνισή του με την κόκκινη φανέλα, τον Μάιο του 1977, το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών της ιστορίας της.

Είχε, νωρίτερα εκείνη τη χρονιά, ανακοινώσει την απόφασή του να αποχωρήσει από την ομάδα που «με διαμόρφωσε ως ποδοσφαιριστή και ως προσωπικότητα», για να αγωνιστεί στο εξωτερικό – μόλις ο πέμπτος Αγγλος στην Ιστορία που τολμούσε κάτι τέτοιο. Επέλεξε το Αμβούργο, αφού πρώτα έσπασε κάθε ρεκόρ μεταγραφής μέχρι τότε σε Αγγλία και Γερμανία (μισό εκατομμύριο λίρες!), ενώ θα κέρδιζε 122.000 λίρες τον χρόνο.

Στο Αμβούργο η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη – ελάχιστοι μιλούσαν αγγλικά, οι συμπαίκτες του ήταν επιφυλακτικοί απέναντί του και τα πρώτα αποτελέσματα διόλου θετικά. Ο Κίγκαν όμως ήταν αποφασισμένος να πετύχει: έμαθε γερμανικά, σκόραρε 12 φορές και ανακηρύχθηκε καλύτερος Ευρωπαίος ποδοσφαιριστής από το περιοδικό «Φρανς Φουτμπόλ».

κέβιν-κίγκαν-1951-2026-ασος-και-των-σαλονιών-κ-564355543

Η επόμενη χρονιά στη Γερμανία ήταν ονειρική: ξανά καλύτερος Ευρωπαίος ποδοσφαιριστής (μέχρι σήμερα παραμένει ένας από τους μόλις δέκα που είχαν αυτή τη διάκριση πάνω από μία φορά και ο μοναδικός Αγγλος) και πρώτο πρωτάθλημα για το Αμβούργο 19 χρόνια μετά το προηγούμενο!

Παρά το ενδιαφέρον ομάδων όπως η Γιουβέντους και η Ρεάλ Μαδρίτης, ο Κίγκαν παρέμεινε μέχρι τη λήξη του συμβολαίου του στο Αμβούργο και, αμέσως μετά, εξέπληξε τους πάντες, επιλέγοντας μία μικρομεσαία ομάδα, τη Σαουθάμπτον. Τα δύο χρόνια που αγωνίστηκε για λογαριασμό των «Αγίων» έπαιξε ίσως το καλύτερο ποδόσφαιρο της καριέρας του και παρόλο που η ομάδα του δεν κατέκτησε τίτλους, ο ίδιος ανακηρύχθηκε το 1982 καλύτερος παίκτης του πρωταθλήματος.

Κατόπιν πήρε μεταγραφή για τη Νιούκαστλ – αυτό θα ήταν το τέταρτο λιμάνι (κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά) που θα τον φιλοξενούσε, κατά σειρά, αλλά πίσω από την επιλογή κρυβόταν και ένας άλλος λόγος: σε αυτή την πόλη είχε γεννηθεί ο πατέρας του και ένιωθε ότι ήταν χρέος του να φορέσει την ασπρόμαυρη φανέλα. Δεν τον ένοιαζε που θα αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία. Το δέσιμό του με τους οπαδούς ήταν μνημειώδες από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο αγώνα, με συνολικό απολογισμό 78 εμφανίσεις και 48 γκολ.

Φεύγοντας, είχε εξασφαλίσει τον προβιβασμό της ομάδας στη μεγάλη κατηγορία. Επιστρέφοντας, οκτώ χρόνια μετά, ως προπονητής αυτή τη φορά, τη βρήκε να κινδυνεύει με υποβιβασμό στην τρίτη. Οχι μόνον την έσωσε και μάλιστα χωρίς καμία προηγούμενη προπονητική εμπειρία, αλλά πλήρωσε από την τσέπη του για να αναβαθμίσει το προπονητικό της κέντρο και ανέδειξε πολλούς νέους παίκτες, βοηθώντας την να φτάσει στα μεγάλα σαλόνια.

Το 1997 ανακοίνωσε την παραίτησή του από τη Νιούκαστλ και το 2000 βρέθηκε στο τιμόνι της Εθνικής Αγγλίας, με την οποία είχε όχι καλό Euro σε Βέλγιο – Ολλανδία, καθώς αποκλείστηκε από τον πρώτο γύρο, όχι όμως πριν σημειώσει μία ιστορική νίκη με 1-0 απέναντι στη Γερμανία, την πρώτη έπειτα από το 1966!

Μέχρι και το 2008 παρέμεινε ενεργός προπονητικά και στη συνέχεια ανέλαβε ρόλο τηλεοπτικού σχολιαστή.

Τον Ιανουάριο διαγνώσθηκε με καρκίνο στομάχου σε προχωρημένο βαθμό. Την Τρίτη 20 Ιουλίου ανακοινώθηκε ο θάνατός του. Οι σύλλογοι στους οποίους αγωνίσθηκε και πλήθος παλαιών συμπαικτών, συναδέλφων και παικτών που προπόνησε έσπευσαν να κάνουν δηλώσεις γεμάτες σεβασμό και θαυμασμό. Το ίδιο και ο πρίγκιπας της Ουαλλίας, Γουίλιαμ, που έκανε λόγο για «έναν θαυμαστό αθλητή και προπονητή».

Ο Κέβιν Κίγκαν αναδείχθηκε σε μία εποχή που σίγουρα το ποδόσφαιρο ήταν, τουλάχιστον σε επίπεδο προδιαγραφών, πιο αγνό. Θεωρούσε ύψιστη τιμή να αγωνίζεται με την εθνική ομάδα της χώρας του: το έκανε 63 φορές, απλώς έπεσε σε μία κακή δεκαετία με μόλις μία συμμετοχή σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου. Υπήρξε, με τον τρόπο του, ένας ταπεινός σταρ καθώς συμμετείχε σε τηλεοπτικά ριάλιτι, είχε το δικό του ηλεκτρονικό παιχνίδι στην κονσόλα της «Νιντέντο», καθιέρωσε την… περμανάντ στους ποδοσφαιρικούς κύκλους και ήταν ένας από τους ελάχιστους ποδοσφαιριστές παγκοσμίως που ηχογράφησε έξι τραγούδια και παρέμεινε πάντα προσγειωμένος. Γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του σε ηλικία 19 ετών, παντρεύτηκαν πέντε χρόνια αργότερα, απέκτησαν δύο κόρες και παρέμειναν μαζί μέχρι τέλους.

Οπως είχε πει στον βιογράφο του, Ντάνιελ Τέιλορ, όταν έγραφαν το «My Life In Footbal» (2018, Macmillan) «δεν γλιστρούσα σαν τον Κρόιφ, δεν είχα ποτέ το χάρισμα του Πελέ ή τις κινήσεις του Μαραντόνα. Ο Τζορτζ Μπεστ είχε δίκιο όταν έλεγε ότι δεν ήμουν άξιος να δέσω τα κορδόνια του. Ακόμη και στην πρώτη μου ομάδα ευχόμουν να είχα το ταλέντο κάποιων συμπαικτών μου. Ισως όμως πολλοί από όλους αυτούς δεν είχαν το δικό μου θάρρος, την αφοσίωση και την ποδοσφαιρική μου αντίληψη. Ημουν ένα κοπρόσκυλο που κατάφερε να πάρει μέρος σε διαγωνισμό για καθαρόαιμα. Και είμαι εντάξει με αυτό».