Φόρτωση Text-to-Speech…
Η Αποστόλου Παύλου, ένα πολύβουο μελίσσι. Αθηναίοι που έχουν εγκλωβιστεί στο άστυ λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων είτε του υπέρογκου κόστους των διακοπών συνυπάρχουν με χιλιάδες τουρίστες που κάνουν βόλτα στον πιο δημοφιλή πεζόδρομο της πόλης, στεφανωμένο από τον Ιερό Βράχο. Την περίφημη «μπλε ώρα» του σούρουπου ο Παρθενώνας φωτίζεται χρώματα ζεστά, στην απόχρωση της Σελήνης, που και εκείνη αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ουρανό. Μέσα στο πλήθος που σουλατσάρει σχηματίζεται πύκνωση έξω από τον κινηματογράφο «Θησείον». Μια τεράστια ουρά περιμένει υπομονετικά στο εκδοτήριο των εισιτηρίων. Από τους παλαιότερους θερινούς που κατάφεραν να επιζήσουν, σε γειτνίαση με τον αρχαιολογικό χώρο, ο συγκεκριμένος κινηματογράφος τραβάει τους ξένους επισκέπτες με έλξη μαγνητική.

Δεν είναι μόνον ότι βρίσκεται στα recommendations όλων των τουριστικών οδηγών, που προτρέπουν τους επισκέπτες να ζήσουν την εμπειρία της θέασης μιας ταινίας εν υπαίθρω. Είναι και η ίδια η ταινία: Η «Οδύσσεια» του Νόλαν. Το απόλυτο καλοκαιρινό blockbuster. Ποιος δεν θα ήθελε να δει την πιο μεγαλειώδη ιστορία του αρχαίου κόσμου (όπως τον αντιλαμβάνεται κανείς στη Δύση) με φόντο το πλέον εμβληματικό μνημείο; Ολοι με είχαν προειδοποιήσει, βέβαια, ότι το να βρει κανείς εισιτήρια θα ήταν και αυτό μια μίνι οδύσσεια λόγω της κοσμοσυρροής αλλά και της μη δυνατότητας να τα κλείσει κανείς ηλεκτρονικά. Δεν πτοήθηκα και η τύχη στάθηκε με το μέρος μου. Οταν έφθασα εκεί, συνάντησα τυχαία ένα φίλο στο ταμείο που έβγαζε τα δικά του εισιτήρια, λες και είχαμε δώσει ραντεβού. Παρέκαμψα έτσι καμιά εκατοστή άτομα και κατάφερα να μπω νωρίς μέσα.

Το πρόβλημα όμως ήταν να εξασφαλίσω θέσεις στο ίδιο το σινεμά. Ακόμα και μία ώρα πριν από την έναρξη, σχεδόν όλες ήταν κατειλημμένες. Ζευγάρια και οικογένειες έπρεπε να χωριστούν, παρέες να καθίσουν σε διαφορετικά σημεία. Κάθε σειρά είχε όλες τις φυλές. Γιαπωνέζες με λευκό δέρμα που κουβαλούσαν μαζί τις ομπρέλες για τον ήλιο μαζί με τις πανάκριβες τσάντες. Αφροαμερικανοί με χρυσές αλυσίδες και τατουάζ. Γάλλοι με κομψά μακό και παριζιάνικες ελβιέλες. Ισπανοί και Ιταλοί που έκαναν στάση στην Αθήνα πριν σκορπιστούν στις Κυκλάδες. Ως και κάποιοι Αραβες έκαναν την εμφάνισή τους με τα παιδιά τους. Πραγματική Βαβέλ.

Κάποιοι από τους μειοψηφούντες Ελληνες σχολίαζαν με χιούμορ ότι το τελευταίο κάστρο του θέρους που κατέκτησαν οι ξένοι, μετά τα νησιά, τα πλοία, τα αεροπλάνα, τα θέρετρά μας, το τραμ και το μετρό, είναι οι κινηματογράφοι. «Πάει και αυτό το οχυρό…» έλεγε μελαγχολικά ένας κύριος καθισμένος ακριβώς πίσω μου. Αλλοι φούσκωναν από υπερηφάνεια που ένα έπος αρχαίο και τόσο ταυτισμένο με τους Ελληνες εξασκεί ακόμα υπέρμετρη γοητεία. Οταν πάντως έπεσαν τα φώτα, όλοι αφέθηκαν στη μαγεία της μαζικής θέασης. Σε στιγμές έντασης, έπιανε κανείς στην ατμόσφαιρα αυτόν τον λεπταίσθητο κοινό σφυγμό που διαπερνούσε όλους μας, ένα αντίδοτο στη μοναχικότητα του streaming. Υστερα ήταν και οι ήχοι που έρχονταν από τον πεζόδρομο. Μια μπάσα βαβούρα, μουσική που μετέφερε ο αέρας από τις ταράτσες with Acropolis view, τζιτζίκια, μυρωδιές ξένων αρωμάτων, ψίθυροι, ήχοι από ποπ κορν και βήματα στα χαλίκια, το φεγγάρι που μας παρακολουθούσε από ψηλά. Στο τέλος της ταινίας, ανεξαρτήτως του τι θεώρησε κανείς για την κινηματογραφική μεταφορά της και τη σκηνοθετική δεινότητα του Νόλαν, το συμπέρασμα ήταν απλό. Οι ελληνικοί θερινοί είναι για τους ξένους τόσο διδακτική εμπειρία όσο και ένα αρχαιολογικό μουσείο. Με μόλις δέκα ευρώ παίρνουν την αυθεντική γεύση της γλύκας του ελληνικού καλοκαιριού. Κάτω από τα αστέρια, όλοι γινόμαστε ένα.
[emailprotected]