Ηταν συντηρητικοί οι διανοούμενοι της Μεταπολίτευσης;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΒΙΔΑΣ
Η περιπέτεια των ιδεών. Διανόηση
και λογοτεχνική κριτική στη δημόσια
σφαίρα στη σύγχρονη Ελλάδα
εκδ. Πόλις, 2026

Είναι αλήθεια ότι από τη Μεταπολίτευση δεν έχουμε ακόμη απεμπλακεί. Αλλοτε μας φαίνεται πολύ κοντά, άλλοτε πολύ μακριά. Και κάθε γενιά έχει τον δικό της μύθο για εκείνα τα χρόνια. Ηταν μια μεγάλη γιορτή ή μήπως «τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα»; Αναμενόμενο επομένως το ενδιαφέρον για ένα βιβλίο όπως αυτό, του Κώστα Καραβίδα, για την περιπέτεια των ιδεών στη Μεταπολίτευση. Με την ιστορία των ιδεών συμβαίνει το εξής παράξενο: δεν μπορεί να υπάρξει ιστορία. Δεν υπάρχει δηλαδή ένας άξονας του οποίου την εξέλιξη παρακολουθεί κανείς, όπως λ.χ. στην πολιτική ή στην οικονομική ιστορία. Εξαρτάται επομένως από τα πεδία που θα διαλέξει για να παρακολουθήσει ένα σμήνος ιδεών και διαθέσεων που πετάει πότε από ‘δώ και πότε από ‘κεί, που άλλοτε διασπείρεται και άλλοτε κουρνιάζει μαζί. Ο Κώστας Καραβίδας επιλέγει τρία πεδία. Τα περιοδικά της Αριστεράς («Αντί», «Ο Πολίτης», «Σχολιαστής»), τη λογοτεχνική κριτική (ακολουθώντας τους Δ.Ν. Μαρωνίτη, Γ. Σαββίδη και Δ. Ραυτόπουλο) και τις συζητήσεις γύρω από τρεις έννοιες: λαός, παράδοση, λαϊκισμός. Και αυτούς τους τρεις άξονες τους παρακολουθεί συστηματικά στην περίοδο έως το 1989.

Η πρώτη κριτική επομένως αφορά τον χρόνο και τα πεδία. Και ως προς τον χρόνο θέλω να δηλώσω την πλήρη συμφωνία μου. Η Μεταπολίτευση δεν είναι ένα φαινόμενο που μπορούμε να το τραβάμε εσαεί. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τα χαρακτηριστικά της πρέπει να τοποθετήσουμε το πέρας της ανάμεσα στο 1985 (που αλλάζει η οικονομική και πολιτική ατζέντα) και στην κρίση του 1989. Φυσικά τα όρια είναι περατά, αλλά μεταβάλλεται η πυκνότητα του φαινομένου. Ως προς τα πεδία όμως που παρακολουθεί θέλω να δηλώσω την επιφύλαξή μου. Δεν θα μπορούσαν να είναι άπειρα, αλλά γιατί αυτά τα τρία; Γιατί λ.χ. ένα από αυτά δεν θα μπορούσε να είναι η δημιουργία του φεμινιστικού χώρου και της αλλαγής του οικογενειακού δικαίου, μια από τις κορυφαίες και με βάθος μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα; Η Μεταπολίτευση δεν ήταν μόνο ανδρική υπόθεση. Εντούτοις, οι επιλογές του έχουν σημασία γιατί δείχνουν τη διαφορά των εποχών. Ας πάρουμε τη λογοτεχνική κριτική. Σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους, όπως λ.χ. στη μεταπολεμική περίοδο, και όχι μόνο στην Ελλάδα, η λογοτεχνική κριτική ήταν μια αρένα σύγκρουσης ιδεών που δεν αφορούσαν μόνο τη λογοτεχνία, αλλά ευρύτερα πολιτισμικά και πολιτικά διακυβεύματα. Τα λογοτεχνικά περιοδικά διαβάζονταν συστηματικά, περίμενες τη μέρα που θα εκδοθούν ώστε να σπεύσεις να τα αγοράσεις, δίχαζαν τις παρέες, προκαλούσαν όχι λίγες φορές πολιτικές κρίσεις. Σε εποχές αυταρχικές, η λογοτεχνία λειτουργούσε ως μετωνυμική πίστα της πολιτικής. Αυτή η διάσταση συνεχίστηκε και στη Μεταπολίτευση, και την παρακολουθεί με μεγάλη συστηματικότητα το βιβλίο, αναδεικνύοντας κατά τη γνώμη μου ως κορυφαίο σημείο την ανάδειξη της σχέσης ηθικής και πολιτικής στην ποίηση του Αναγνωστάκη από τον Μαρωνίτη. Η ανάλυση εξηγεί ευρύτερες ανακατατάξεις στον κόσμο των ιδεών, οι οποίες φάνηκαν μετατοπίζοντας πολιτικά την ελληνική διανόηση και –κατά τη γνωστή ετερονομία σκοπών και αποτελεσμάτων– ακυρώνοντας εντέλει τον ρόλο της.

Η πολιτισμική και πολιτική σημασία της λογοτεχνικής κριτικής ήταν και μια δύναμη, αν όχι η αιτία, που τα περιοδικά συγκροτούσαν μια σφαίρα συζήτησης, η οποία όρισε και αυτή με τη σειρά της, και αμφίδρομα, τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Τα περιοδικά δεν άντεξαν μετά το τέλος της, η περίοδος που ακολούθησε δεν είχε ανάγκη από περιοδικά.

Αλλά από το βιβλίο και τη δομή του πρέπει να περάσουμε στο περιεχόμενο. Τι συζητούσαν οι διανοούμενοι στη Μεταπολίτευση, τι τους απασχολούσε; Θα το πω ορθά-κοφτά, κι ας δυσαρεστήσω συνταξιδιώτες εκείνων των χρόνων που βλέπουν με νοσταλγία την περίοδο: μου έκανε εντύπωση ο συντηρητισμός της ελληνικής διανόησης. Παρά την περίφημη «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς», που ακούσαμε σε πολεμικούς τόνους, όλα αυτά τα χρόνια, το περιεχόμενο των συζητήσεων ήταν εξαιρετικά συντηρητικό: ρίζες, παράδοση, λαός και λαϊκό, λαϊκισμός. Μας έχει πει ο συγγραφέας ότι και τα τρία περιοδικά της Αριστεράς αδιαφορούσαν για τη σφαίρα του ιδιωτικού, καθώς και για τις τεχνολογικές εξελίξεις που θα μετέβαλλαν συνεχώς τους όρους παραγωγής τους. Αλλά δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι είχαν αποστρέψει το πρόσωπό τους, ακόμη και διανοούμενοι που είχαν έλθει κατευθείαν από το Παρίσι, από το τι κουβέντιαζε όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Που δεν έβλεπαν ότι η εγκατάλειψη του εθνοθρησκευτικού αυταρχισμού δεν οδηγούσε σε οργανωμένες ιδεολογίες, αλλά στη στροφή στη μαζική κατανάλωση και στην ευημερία· όχι ως αλλοτρίωση, αλλά ως αυτο-χειραφέτηση. Δύσκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η κραταιά στη σύζευξη πολιτικής και πολιτισμού Αριστερά θα απέστρεφε το πρόσωπό της από το παρόν και θα το αντιμετώπιζε με την υπεροψία της «παγερής αδιαφορίας» κατά τη φράση του Αγγέλου Ελεφάντη, μιας από τις cult προσωπικότητες εκείνης της εποχής. Πέρα από το γενικό ενδιαφέρον για την εποχή, χρειάζεται να διαβαστεί το βιβλίο αυτό γιατί δείχνει επίσης κάποιες αδιόρατες τότε απαρχές σημερινών μεγάλων ζητημάτων.

* Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.