«Tις σκληρότερες κυρώσεις στην ιστορία», προετοιμάζει η Ουάσιγκτον κατά του Ιράν, τόνισε σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, υποστηρίζοντας ότι η κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη για νέες μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Οι δηλώσεις του, την Πέμπτη, ακολούθησαν τις απειλές του προέδρου Τραμπ περί «οικονομικού πολέμου» και για σοβαρές οικονομικές συνέπειες εις βάρος κάθε χώρας που προσφέρει «οποιασδήποτε μορφής στήριξη» στο Ιράν. Ο Μπέσεντ ανέφερε ότι περισσότερες λεπτομέρειες για το νέο πακέτο μέτρων θα ανακοινωθούν την ερχόμενη εβδομάδα.
Οι τιμές του πετρελαίου ενισχύθηκαν την Πέμπτη, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών εβδομάδων, μετά τις αμερικανικές απειλές, οι οποίες αποσκοπούν στην άσκηση πίεσης για τον τερματισμό του πολέμου που διαρκεί σχεδόν έξι μήνες και έχει επηρεάσει τη διακίνηση εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή.
«Δεν είμαι βέβαιος γιατί οι τιμές του πετρελαίου αντέδρασαν κατ’ αυτόν τον τρόπο», δήλωσε ο Μπέσεντ στο CNBC. «Αν εφαρμόζουμε τη μέγιστη οικονομική πίεση, τότε αυτό πιθανότατα σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει επανέναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας».
Χιλιάδες έχουν χάσει τη ζωή τους στη σύγκρουση, η οποία έχει πλήξει και χώρες του Κόλπου, προκαλώντας αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, με το Ιράν να περιορίζει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, από όπου πριν από τον Φεβρουάριο διερχόταν περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη ανακοίνωσαν δύο φορές συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός, τον Απρίλιο και τον Ιούνιο, με στόχο την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και τη δημιουργία προϋποθέσεων για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Ωστόσο, και οι δύο συμφωνίες κατέρρευσαν.
Νέο πακέτο κυρώσεων
Το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με αυστηρές οικονομικές κυρώσεις σχεδόν αδιάλειπτα εδώ και πέντε δεκαετίες, από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.
Πριν από τις δηλώσεις του Μπέσεντ, το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών καταδίκασε τις αμερικανικές κυρώσεις, χαρακτηρίζοντάς τες «οικονομική τρομοκρατία», η οποία δεν πρόκειται να κάμψει «ούτε στο ελάχιστο την αποφασιστικότητα των Ιρανών να διαφυλάξουν την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και την εθνική κυριαρχία της χώρας».
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών ανέφερε ότι θα παρουσιάσει λεπτομερώς το νέο πακέτο κυρώσεων σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα.
«Πρόκειται για διπλό πλήγμα. Διατηρούμε τον ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν και θα επιβάλουμε τις αυστηρότερες κυρώσεις που έχουν εφαρμοστεί ποτέ», τόνισε.
«Αυτή η στρατηγική θα αποδώσει στο Ιράν και θα οδηγήσει στην κατάρρευση του καθεστώτος. Ήρθε η ώρα οι σύμμαχοί μας και η υπόλοιπη διεθνής κοινότητα να λάβουν αποφάσεις», πρόσθεσε.
Το βλέμμα στην Κίνα
Η Κίνα αγοράζει περισσότερο από το 80% του ιρανικού πετρελαίου που εξάγεται διά θαλάσσης, αναφέρουν στοιχεία της εταιρείας αναλύσεων Kpler για το 2025.
Ωστόσο, η περαιτέρω κλιμάκωση της οικονομικής αντιπαράθεσης με το Πεκίνο ενέχει κινδύνους για την Ουάσιγκτον, καθώς αποτελεί σημαντικό εξαγωγέα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταξύ άλλων και σπάνιων γαιών κρίσιμης σημασίας για τη βιομηχανία και την τεχνολογία.
Ερωτηθείς αν οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο επιβολής μέτρων κατά της Κίνας λόγω των οικονομικών της σχέσεων με το Ιράν, ο Μπέσεντ είπε ότι «πολλές συζητήσεις είναι προτιμότερο να γίνονται ιδιωτικά», προσθέτοντας ότι η Κίνα προμηθεύεται περίπου το ήμισυ των ενεργειακών της αναγκών από τον Κόλπο.
«Θα ήταν προς όφελός της να ευθυγραμμιστεί με αυτή την προσπάθεια», σημείωσε.
Η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον αντέδρασε, δηλώνοντας ότι «οι κυρώσεις και οι πιέσεις δεν συμβάλλουν στην επίλυση του προβλήματος».
«Η Κίνα καλεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να επιδείξουν υπευθυνότητα και να επιλύσουν το ζήτημα μέσω πολιτικών και διπλωματικών οδών», ανέφερε εκπρόσωπος της πρεσβείας.
Οι απειλές Τραμπ και οι εσωτερικές πιέσεις
Σε ανάρτησή του την Τετάρτη, ο Τραμπ προειδοποίησε για «οικονομικό πόλεμο και απομόνωση πρωτοφανούς κλίμακας», χωρίς να προσδιορίσει τα μέτρα που προτίθεται να λάβει ή τις χώρες που θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο.
«ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ χώρα επιτρέπει σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή κρατικούς φορείς να παρέχουν οποιασδήποτε μορφής στήριξη στο Ιράν, θα βρεθεί αντιμέτωπη με ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ οικονομικές συνέπειες», έγραψε.
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας για τον τερματισμό του πολέμου. Οι υψηλές τιμές των καυσίμων επιβαρύνουν τη δημοτικότητά του και ενδέχεται να επηρεάσουν τις επιδόσεις των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο τον Νοέμβριο.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί χαρακτήρισε τις δηλώσεις Τραμπ προσπάθεια αποπροσανατολισμού της αμερικανικής κοινής γνώμης από τα εσωτερικά οικονομικά προβλήματα των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως το ιστορικά υψηλό δημόσιο χρέος και η άνοδος των επιτοκίων.
Υποστήριξε ακόμη ότι η επιμονή της Ουάσιγκτον σε πολιτικές που περιέγραψε ως αποτυχημένες, θα οδηγήσει σε νέες αποτυχίες και θα ενισχύσει την αποξένωση των Ιρανών απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πάντως, αναλυτές σημειώνουν ότι οι εξαγγελίες και οι απειλές του Τραμπ μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν μετατρέπονται πάντοτε σε συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις ή μέτρα.
Reuters