Η Intel είχε μόλις καταφέρει να πείσει την αγορά ότι η προσπάθεια ανάκαμψης αρχίζει να αποδίδει. Η απότομη προσγείωση ήρθε με την πρόβλεψη για το τρέχον τρίμηνο: έσοδα χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις της Wall Street και μεικτό περιθώριο κέρδους που αναμένεται να υποχωρήσει αισθητά.
Η μετοχή της εταιρείας έχασε περίπου 22% στις μετασυνεδριακές συναλλαγές τα ξημερώματα της Παρασκευής, διακόπτοντας το θετικό σερί που είχαν τροφοδοτήσει οι ισχυρές επιδόσεις των προηγούμενων τριμήνων.
Η εταιρεία προβλέπει έσοδα 15 έως 16 δισ. δολαρίων για το τρέχον τρίμηνο, έναντι 17 δισ. δολαρίων που ανέμεναν οι αναλυτές. Τα έσοδα του τρίτου τριμήνου διαμορφώθηκαν στα 16,5 δισ. δολάρια, σε ευθυγράμμιση με τις προσδοκίες.
Πιο ανησυχητική για τους επενδυτές είναι η πρόβλεψη για το μεικτό περιθώριο κέρδους: η Intel εκτιμά ότι θα περιοριστεί στο 37%, καθώς το κόστος αυξάνεται λόγω της παγκόσμιας έλλειψης τσιπ μνήμης. Η πίεση αυτή αποκαλύπτει πόσο ευάλωτη παραμένει η εταιρεία στις αναταράξεις της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η έλλειψη μνήμης πλήττει την αγορά των υπολογιστών
Η Intel αποδίδει μέρος της αδυναμίας στην αγορά προσωπικών υπολογιστών, η οποία επηρεάζεται περισσότερο από όσο υπολόγιζε από τις ελλείψεις εξαρτημάτων. Οι κατασκευαστές κέντρων δεδομένων, που επενδύουν για να καλύψουν τις ανάγκες της τεχνητής νοημοσύνης, ανταγωνίζονται άλλους κλάδους για την προμήθεια κρίσιμων εξαρτημάτων.
Οι παγκόσμιες αποστολές υπολογιστών μειώθηκαν κατά 21% το τρίτο τρίμηνο, σύμφωνα με στοιχεία της Counterpoint Research, καθώς η άνοδος του κόστους των εξαρτημάτων μετακυλίεται στις τιμές. Ο οικονομικός διευθυντής της Intel, Ντέιβιντ Ζίνσνερ, εκτίμησε ότι η επιβράδυνση της αγοράς θα συνεχιστεί τουλάχιστον έως το πρώτο εξάμηνο του 2027. Την ίδια στιγμή, χαρακτήρισε το 2027 πιθανό «έτος ανάπτυξης», χάρη στην αυξανόμενη ζήτηση για τσιπ τεχνητής νοημοσύνης.
Η εξάρτηση από τους παραδοσιακούς επεξεργαστές για υπολογιστές παραμένει κρίσιμη. Τα έσοδα από αυτή τη δραστηριότητα εξακολουθούν να χρηματοδοτούν το φιλόδοξο σχέδιο της Intel να εξελιχθεί σε κορυφαία δύναμη στην κατασκευή προηγμένων ημιαγωγών στις ΗΠΑ και να ανταγωνιστεί την ταϊβανέζικη TSMC.
Η ανάκαμψη στηρίζεται σε μεγάλα στοιχήματα
Ο διευθύνων σύμβουλος Λιπ-Μπου Ταν έχει αναλάβει να αναστρέψει την πορεία της Intel έπειτα από χρόνια υποχώρησης και δαπανηρών επενδύσεων σε μονάδες παραγωγής, οι οποίες μέχρι στιγμής δεν έχουν προσελκύσει αρκετούς μεγάλους εξωτερικούς πελάτες ώστε να απειλήσουν την κυριαρχία της TSMC.
Η εταιρεία εξακολουθεί να επενδύει μεγάλα ποσά στην παραγωγή. Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες της ανήλθαν σε 4 δισ. δολάρια το τρίτο τρίμηνο, ενώ η Intel σχεδιάζει να δαπανήσει περισσότερα από 20 δισ. δολάρια το 2026. Στη συζήτηση με αναλυτές, ο Ταν δήλωσε ότι ενισχύεται η εμπιστοσύνη του στην τεχνολογία κατασκευής 18A, καθώς βελτιώνεται η απόδοση παραγωγής — δηλαδή ο αριθμός των λειτουργικών τσιπ που προκύπτουν από τη γραμμή παραγωγής.
Η προσπάθεια ανάκαμψης έχει στηριχθεί και από την αμερικανική κυβέρνηση, η οποία μετέτρεψε δισεκατομμύρια δολάρια επιχορηγήσεων για την παραγωγή σε συμμετοχή 10% στην εταιρεία. Ακολούθησαν επενδύσεις δισεκατομμυρίων από τη Nvidia και τη SoftBank, ενώ η SpaceX και η Tesla έχουν ανακοινώσει ότι θα συνεργαστούν με την Intel για το σχέδιο «Terafab» στο Τέξας.
Το κλίμα είχε ενισχυθεί και από την άνοδο της μετοχής: από τις αρχές του έτους είχε κερδίσει πάνω από 140%, αν και είχε ήδη υποχωρήσει περισσότερο από 20% τον τελευταίο μήνα πριν από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Τον Αύγουστο, η Intel εξέδωσε νέες μετοχές ύψους 23 δισ. δολαρίων, αξιοποιώντας την άνοδο της αποτίμησής της.
Η τεχνητή νοημοσύνη δίνει ώθηση, αλλά πιέζει τα περιθώρια
Στο τρίτο τρίμηνο, τα έσοδα από τα τσιπ για κέντρα δεδομένων και τεχνητή νοημοσύνη αυξήθηκαν κατά 78% σε ετήσια βάση, στα 7,3 δισ. δολάρια. Η ζήτηση για κεντρικές μονάδες επεξεργασίας (CPU), που χρησιμοποιούνται στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, προσφέρει ένα από τα πιο ισχυρά στηρίγματα στην Intel.
Ωστόσο, η νέα δραστηριότητα σχεδιασμού προσαρμοσμένων τσιπ σε συνεργασία με μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους επιβαρύνει προς το παρόν τα περιθώρια κέρδους, καθώς βρίσκεται στα πρώτα της βήματα. Παράλληλα, η Intel αντιμετωπίζει εντεινόμενο ανταγωνισμό στους επεξεργαστές για υπολογιστές από την AMD, αλλά και από νεότερους παίκτες όπως η Qualcomm και η Nvidia.
Η εταιρεία ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 3,3 δισ. δολαρίων. Το ποσό επηρεάστηκε από τις διακυμάνσεις της αξίας μετοχών που διακρατούνται σε μεσεγγύηση στο πλαίσιο της συμφωνίας με την αμερικανική κυβέρνηση. Σε προσαρμοσμένη βάση, τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 2,8 δισ. δολάρια.
Η πτώση της μετοχής δείχνει ότι η αγορά εξακολουθεί να ζητά χειροπιαστές αποδείξεις πως η ανάκαμψη μπορεί να σταθεί χωρίς να βασίζεται μόνο στις προσδοκίες για την τεχνητή νοημοσύνη και στη δημόσια στήριξη. Η Intel έχει πλέον μπροστά της δύο παράλληλες δοκιμασίες: να αντέξει την επιβράδυνση της αγοράς υπολογιστών και να μετατρέψει τις τεράστιες επενδύσεις της στην παραγωγή σε σταθερή, ανταγωνιστική δραστηριότητα.
Προτιμώμενη πηγή στην Google