Η μακροπρόθεσμη παρακαταθήκη του πολέμου στο Ιράν αναμένεται να επιταχύνει την προσπάθεια των χωρών που εισάγουν πετρέλαιο να απεξαρτηθούν από τα ορυκτά καύσιμα. Το στοίχημα είναι να επιτευχθεί αυτό με τρόπο οικονομικό, πολιτικά αποδεκτό και χωρίς νέες εξαρτήσεις, ένα εγχείρημα καθόλου εύκολο. Η ανάγκη αυτή έγινε επιτακτική μετά τον πόλεμο στο Ιράν που παρέλυσε τα Στενά του Ορμούζ, αποκλείοντας ένα δίαυλο από τον οποίο διακινούνταν το 20% της παγκόσμιας ενέργειας. Για τις χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές καυσίμων, ο πόλεμος στο Ιράν είναι η δεύτερη σοβαρή κρίση μέσα σε μία τετραετία. Είχε προηγηθεί η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, η οποία πυροδότησε ράλι τιμών, εξαιτίας των φόβων για πιθανό στραγγαλισμό των ρωσικών εξαγωγών. Καθώς το υφιστάμενο καθεστώς, λοιπόν, κρίνεται πλέον μη βιώσιμο, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς μπορεί να διασφαλιστεί η ενεργειακή επάρκεια στο μέλλον.
Η Αυστραλία, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ντίζελ παγκοσμίως, αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα για το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι χώρες με ενεργειακή εξάρτηση: Θα πρέπει να αναβιώσει την εγχώρια βιομηχανία διύλισης, δεκαετίες μετά το κλείσιμο των περισσότερων μονάδων της, ή να επιταχύνει την ηλεκτροκίνηση; Η απάντηση δεν είναι απλή και προσφέρει πολύτιμα διδάγματα. Η χώρα εισάγει το 80% των υγρών καυσίμων της (861.000 βαρέλια/ημέρα το 2025, με 60% ντίζελ), καθώς διαθέτει πλέον μόνο δύο μικρά διυλιστήρια. Υπό την απειλή ελλείψεων και ανατιμήσεων, η κυβέρνηση χρηματοδοτεί μια μελέτη 8 εκατ. δολαρίων για ένα νέο διυλιστήριο στη δυτική Αυστραλία, το πρώτο έπειτα από 60 χρόνια.
Ο πόλεμος στο Ιράν είναι η δεύτερη σοβαρή ενεργειακή κρίση μέσα σε μόλις μία τετραετία.
Την πρόταση υπέβαλε η Perdaman ως «ορόσημο ενεργειακής ασφάλειας» για μια περιοχή πενταπλάσια της Γαλλίας με 3 εκατ. κατοίκους, που εισάγει 200.000 βαρέλια ημερησίως. Ωστόσο, το υπέρογκο κόστος προβληματίζει, πόσο μάλλον καθώς δεν προσφέρει πραγματική ενεργειακή ασφάλεια, αλλά απλώς μετατοπίζει την εξάρτηση από τα εισαγόμενα καύσιμα στο εισαγόμενο αργό πετρέλαιο. Μήπως θα ήταν προτιμότερο, λοιπόν, να ενθαρρυνθεί ο ηλεκτρισμός σε εξορύξεις και γεωργία; Η Fortescue, 3η μεγαλύτερη μεταλλευτική εταιρεία σιδηρομεταλλεύματος στην Αυστραλία, το εφαρμόζει ήδη, εξοικονομώντας 840 εκατ. δολάρια ετησίως αντικαθιστώντας το ντίζελ και το αέριο με ηλεκτρικά οχήματα και ΑΠΕ, την ώρα που και οι καταναλωτές στρέφονται μαζικά στην ηλεκτροκίνηση λόγω φόβων για την ενεργειακή επάρκεια.
Μπορεί να ακούγεται σαν αντίφαση, αλλά η υιοθέτηση μιας «υβριδικής» στρατηγικής που θα συνδυάζει την επιτάχυνση του ηλεκτρισμού με υποδομές, όπως ένα νέο διυλιστήριο, θωρακίζει από ενεργειακές κρίσεις και μειώνει το κόστος μετάβασης. Η προσέγγιση αυτή αναγνωρίζει ότι τα ορυκτά καύσιμα θα παραμείνουν στο ενεργειακό μείγμα για τουλάχιστον δύο δεκαετίες.
Υπάρχουν ενδείξεις μάλιστα ότι αυτή η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει. Το Βιετνάμ προωθεί την εγχώρια παραγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων και σκούτερ, η Ινδονησία στοχεύει σε πλήρως ηλεκτρικό στόλο λεωφορείων έως το 2045 και η Ταϊλάνδη επιδοτεί την αγορά ηλεκτρικών οχημάτων αναπτύσσοντας ταχύτατα δίκτυα φόρτισης.