Φόρτωση Text-to-Speech…
Με τη χώρα να βρίσκεται σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο και το θερμόμετρο της αντιπαράθεσης με την Τουρκία να ανεβαίνει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης βλέπει τις σχέσεις με τον εξ Ανατολών γείτονα ως ένα ζήτημα στο οποίο υπερτερεί των πολιτικών αντιπάλων του.
Με αυτό το σκεπτικό εμφανίζεται αποφασισμένος να διατηρήσει το θέμα ψηλά στην ατζέντα και να φέρει στις κάλπες το δίλημμα της πιο αποτελεσματικής αντιμετώπισης της Αγκυρας. Οι εσωτερικοί αυτοί υπολογισμοί γίνονται σε μια συγκυρία κατά την οποία το υφιστάμενο πλαίσιο εγκυμονεί κινδύνους. Μπορεί ο κ. Μητσοτάκης να θεωρεί την ασφάλεια και τις εξωτερικές υποθέσεις έναν προνομιακό χώρο, ωστόσο δεν θα πρέπει να επενδύσει πολιτικά στην ένταση με την Τουρκία και την ανησυχία που αυτή ευλόγως προκαλεί.
Με τον πρωθυπουργό να δέχεται κριτική από όλο το ιδεολογικό φάσμα –τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τον Αντώνη Σαμαρά, ακόμη και εντός της Ν.Δ. υπάρχουν ενστάσεις για τους χειρισμούς των «ήρεμων νερών»– το σκηνικό απειλεί να οδηγήσει σε έναν εθνικά επικίνδυνο αυτοεγκλωβισμό, καθώς ο κ. Μητσοτάκης θα κληθεί το επόμενο διάστημα να ελιχθεί στη λεπτή γραμμή μεταξύ της ανάγκης για ρεαλισμό και μετριοπάθεια, αφενός, και της υιοθέτησης απόλυτης στάσης απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό, αφετέρου.
Η ένταση με τη γείτονα δεν προσφέρεται για κομματική εκμετάλλευση.
Προφανώς, θα προβάλει τις δράσεις των επτά και πλέον ετών της θητείας του: τις μεγάλες αμυντικές αγορές που άλλαξαν την ισορροπία στο Αιγαίο, τις συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο για θαλάσσιες ζώνες, η καθεμία με τις ιδιαιτερότητές της, τις συμβάσεις για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και τα θαλάσσια πάρκα της Ελλάδας.
Καθώς όμως τις επόμενες εβδομάδες και μήνες, τα σχεδιαζόμενα θαλάσσια πάρκα της Τουρκίας εκτός των χωρικών υδάτων της –τα οποία η Αθήνα θεωρεί ως μέρος μιας ευρύτερης σειράς κινήσεων μέσω των οποίων η Αγκυρα έχει σταδιακά οικοδομήσει θαλάσσιες διεκδικήσεις από τη δεκαετία του 1970– αλλά και η επικείμενη διαδικασία διασύνδεσης Κύπρου – Ελλάδας για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας, θα δοκιμάσουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, χρειαζόμαστε ένα αρραγές εθνικό μέτωπο.
Η ασφάλεια της χώρας δεν προσφέρεται για κομματική αντιπαράθεση. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: η μεν αντιπολίτευση να μη διολισθήσει στις εύκολες, λαϊκίστικες κορώνες υπερπατριωτισμού, αλλά και η κυβέρνηση να μην επιχειρήσει να αξιοποιήσει πολιτικά ένα επικίνδυνο για τη χώρα σκηνικό, γιατι έτσι δεν θα επιτρέψει σε αρκετούς, που θα ήταν διατεθειμένοι να το κάνουν, να «βάλουν πλάτη».
Δεν έχουμε την πολυτέλεια για διαιρέσεις και διχασμούς.