Η Θέουτα και ο καθρέφτης της Ευρώπης

Η Θέουτα αποτελεί μια ιστορική ιδιομορφία, ούσα κομμάτι της Ευρώπης στην Αφρική. Είναι ένα σύνορο όπου το αποικιακό παρελθόν συναντά τις οικονομικές ανισότητες και τις γεωπολιτικές εντάσεις του παρόντος. Οι εικόνες δεκάδων χιλιάδων νεαρών Μαροκινών να προσπαθούν να περάσουν απεγνωσμένα σε αυτό το ισπανικό έδαφος έφεραν όλες αυτές τις αντιφάσεις στην επιφάνεια. Ηταν το αποτέλεσμα μιας μαφίας διακινητών, όπως κατήγγειλε η ισπανική κυβέρνηση; Μια «υβριδική επίθεση» οργανωμένη από τη μαροκινή κυβέρνηση, όπως ισχυρίστηκαν πολλά ΜΜΕ, αλλά και ο Eλληνας πρωθυπουργός; Το πρόσχημα για μια ακόμη σκληρότερη μεταναστευτική πολιτική από πλευράς Ε.Ε., όπως καταγγέλλει μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής Αριστεράς; Ή, απλώς, η ιστορία μιας χαμένης μαροκινής γενιάς που αναζητάει ένα καλύτερο αύριο, όπως συμπέραναν οι New York Times; Κάθε μία από αυτές τις αναγνώσεις φωτίζει μια διαφορετική διάσταση του ίδιου γεγονότος. Καμία όμως δεν αρκεί από μόνη της.

Οι ισπανικές αυτόνομες πόλεις της Θέουτα και της Μελίγια, στη βόρεια ακτή της Αφρικής, εξαιρούνται από τη συνθήκη Σένγκεν, ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης γεωγραφικής και πολιτικής θέσης τους, σε αντίθεση με όσα προπαγάνδισαν αρκετά μέσα ενημέρωσης. Η λεπτομέρεια αυτή μόνο τεχνική δεν είναι – και όμως, μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης στηρίχθηκε στην παρανόησή της. Αυτό ακριβώς έκαναν και οι Τζόρτζια Μελόνι και Μέτε Φρεντέρικσεν –η Ιταλίδα και η Δανή πρωθυπουργός, αντιστοίχως– όταν ανέλαβαν κοινή πρωτοβουλία για αναστολή της συμμετοχής της Ισπανίας στη Σένγκεν με αφορμή αυτό το συμβάν. Η απόκρυψη του γεγονότος ότι από τη Θέουτα απαιτείται άλλη μία συνοριακή διέλευση πριν φτάσει κανείς σε έδαφος της ευρωπαϊκής ενδοχώρας που να υπόκειται στη συνθήκη, είναι το λιγότερο παραπλανητική. Είναι επίσης αποκαλυπτικό της παρούσας κατάστασης το γεγονός ότι η μία εκ των δύο πρωταγωνιστριών αυτής της προβληματικής πρωτοβουλίας, η Φρεντέρικσεν, είναι η μοναδική σοσιαλδημοκράτισσα πρωθυπουργός της Ευρώπης, μαζί με τον Πέδρο Σάντσεθ, τον οποίο όμως εγκαταλείπει σε πολιτικό επίπεδο, υιοθετώντας τη σκληρή ατζέντα της Μελόνι.

Οι είκοσι δύο Eυρωπαίοι ηγέτες που έσπευσαν να υψώσουν τη φωνή τους εναντίον της Ισπανίας, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι τα δραματικά γεγονότα στη Θέουτα δεν επηρέαζαν άμεσα τις δικές τους χώρες, επέλεξαν και αυτοί να αγνοήσουν αυτό το κρίσιμο δεδομένο. Η ευκολία με την οποία στοχοποιήθηκε η ισπανική κυβέρνηση δείχνει για μία ακόμη φορά την απουσία ευρωπαϊκής ομοψυχίας απέναντι σε ένα κοινό πρόβλημα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Μονκλόα χαρακτήρισε την αντίδραση πολλών εταίρων «εγωιστική, πολωτική και παράνομη», υποστηρίζοντας ότι καθοδηγήθηκε από προκαταλήψεις, παραπληροφόρηση και πολιτικές σκοπιμότητες.

Η ένταση της ευρωπαϊκής αντίδρασης δύσκολα εξηγείται μόνο από όσα συνέβησαν στη Θέουτα. Η μεταναστευτική κρίση λειτούργησε κυρίως ως αφορμή για να εκφραστούν πολιτικές διαφωνίες που προϋπήρχαν. Η κυβέρνηση Σάντσεθ είχε ήδη βρεθεί σε τροχιά σύγκρουσης με αρκετούς Ευρωπαίους εταίρους για την πεισματική επιμονή υπεράσπισης του διεθνούς δικαίου, τη στάση της απέναντι στις αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ, τις σκληρές επικρίσεις της προς το Ισραήλ, την πιο αυτόνομη προσέγγιση των σχέσεων με την Κίνα, αλλά και για τη διαφορετική μεταναστευτική πολιτική της. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που αρχικά υιοθέτησε έναν αρκετά επικριτικό τόνο απέναντι στη Μαδρίτη, αναγκάστηκε λίγες ημέρες αργότερα να αναδιπλωθεί και να μιλήσει πλέον για την ανάγκη ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Αν η Ε.Ε. θέλει να παραμείνει πολιτική ένωση και όχι απλώς μια κοινή αγορά, οφείλει να αντιμετωπίζει τις μεταναστευτικές κρίσεις ως κοινή ευρωπαϊκή πρόκληση και όχι ως ευκαιρία εσωτερικής αντιπαράθεσης και μικροπολιτικής εκμετάλλευσης.

Η κρίση της Θέουτα ανέδειξε τη μετατόπιση των ευρωπαϊκών πολιτικών συσχετισμών. Η πολιτική απομόνωση της κυβέρνησης Σάντσεθ σε μια Ευρώπη που απαιτεί αυστηροποίηση κανονισμών και ελέγχων δεν είναι παρά η πιο ορατή έκφραση αυτής της μεταβολής. Η αντίθεση με το 2021, όταν η Λευκορωσία του Λουκασένκο εργαλειοποίησε μετανάστες στα σύνορα με την Πολωνία και τη Λιθουανία, είναι κραυγαλέα: τότε η Ευρωπαϊκή Eνωση μίλησε για «υβριδική επίθεση» και έσπευσε να εκφράσει την αλληλεγγύη της προς τα κράτη-μέλη που επλήγησαν. Τώρα, αντιθέτως, μεγάλο μέρος της ευθύνης μετατοπίστηκε στην ίδια την Ισπανία, στη διαφορετική, ανθρωπιστική προσέγγισή της όσον αφορά τη νομιμοποίηση παράτυπων μεταναστών ή στο πρόσφατο νομικό της πλαίσιο, που δυσκολεύει τις επαναπροωθήσεις. Αυτό ακριβώς το πρόσφατο παρελθόν και η επιλεκτική επίκληση των ευρωπαϊκών αξιών κατά το δοκούν καθιστούν την παρούσα έλλειψη αλληλεγγύης ακόμη πιο προβληματική.

Πέρα και πάνω από όλα, οι εικόνες από τη Θέουτα είναι ένα ανεκτίμητο δώρο για όσους επενδύουν πολιτικά στον φόβο. Μέσα σε λίγες ώρες, οι εικόνες αυτές χρησιμοποιήθηκαν ως η επιβεβαίωση του μύθου μιας επικείμενης αφρικανικής, μουσουλμανικής «εισβολής», όπως διακηρύσσει εδώ και χρόνια ο ευρωπαϊκός εθνικολαϊκισμός. Οι εικόνες αυτές, κοινώς, ήταν υπερβολικά ισχυρές για να μείνουν αναξιοποίητες. Εν μια νυκτί μετέτρεψαν ένα σύνθετο γεωπολιτικό γεγονός στην πιο αποτελεσματική εικονογράφηση του ευρωπαϊκού φόβου απέναντι στη μετανάστευση. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι αυτή η ανάγνωση, που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε προνομιακό πεδίο της ευρωπαϊκής άκρας Δεξιάς, τείνει πλέον να παρουσιάζεται και να κανονικοποιείται ως «κοινή λογική».

Ανεξάρτητα από τον βαθμό εμπλοκής των μαροκινών αρχών στην κρίση της Θέουτα, η τελευταία ανέδειξε πόσο ευάλωτη γίνεται η Ευρώπη όταν η διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της εξαρτάται από τη βούληση τρίτων χωρών. Το πιο κρίσιμο, ωστόσο, είναι πως η μετανάστευση παραμένει η ανοιχτή πληγή της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Iσως, μάλιστα, να αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο για την πολιτική της ολοκλήρωση. Η πραγματική πρόκληση για τη Γηραιά Ηπειρο θα είναι να αναγνωρίσει ότι τα σύνορά της μπορούν να γίνουν αντικείμενο εργαλειοποίησης, χωρίς βέβαια να μετατρέψει κάθε άνθρωπο που επιχειρεί να τα διασχίσει σε απειλή και κάθε χώρα που επιδιώκει να ασκήσει μια διαφορετική μεταναστευτική πολιτική σε παρία. Αν η ίδια θέλει να παραμείνει πολιτική ένωση και όχι απλώς μια κοινή αγορά, οφείλει να αντιμετωπίζει τις μεταναστευτικές κρίσεις ως κοινή ευρωπαϊκή πρόκληση και όχι ως ευκαιρία εσωτερικής αντιπαράθεσης και μικροπολιτικής εκμετάλλευσης. Γιατί τότε δεν δοκιμάζονται μόνο τα σύνορά της· δοκιμάζεται η ίδια η Ευρώπη ως κοινότητα αξιών.

*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.