Η θεμελιώδης τρυφερότητα

Φόρτωση Text-to-Speech…

Είναι η ώρα του πρωινού στο αθηναϊκό ξενοδοχείο όπου έχει καταλύσει ο Αλεχάντρο Παλόμας. Το βλέμμα του πέφτει σε μια εξαμελή οικογένεια: οι γονείς, τρεις έφηβοι ανάμεσα στα 16 και στα 19 και η γιαγιά. Παρατηρεί την ηλικιωμένη γυναίκα που είναι η μόνη η οποία δείχνει να μην έχει βυθιστεί στο κινητό της. Μάλλον μιλάει στον αέρα, κανείς δεν της δίνει σημασία, ένα από τα εγγόνια της μουρμουρίζει κάτι. Εμφανώς ενοχλημένη από την καθολική αδιαφορία, στρέφεται σε μια άγνωστη γυναίκα από ένα διπλανό τραπέζι και της πιάνει την κουβέντα. Επιτέλους κάποιος την ακούει.

Στον βραβευμένο και πολυγραφότατο 59χρονο Ισπανό συγγραφέα (βραβείο Nadal 2018), που έχει αποκτήσει και στην Ελλάδα το δικό του αφοσιωμένο κοινό, αρέσει να παρατηρεί τους ανθρώπους. Επειδή κατά βάθος τους αγαπάει. Εστω κι αν έχει επιλέξει να ζει μακριά τους. Εδώ και πολλά χρόνια κατοικεί σε έναν απομονωμένο οικισμό με μόλις έξι σπίτια στην καρδιά της αγροτικής Καταλωνίας, ενώ περνάει μεγάλο μέρος του χρόνου του σε έναν φυσικό παράδεισο στην κοιλάδα Μπαθτάν στη Ναβάρα, στη βορειοανατολική Ισπανία, εκεί όπου απλώνεται το δεύτερο μεγαλύτερο δάσος οξιάς και ελάτης στην Ευρώπη. Τον συναντάω στον απόηχο της επίσκεψής του στην Ελλάδα με αφορμή το εξαιρετικά επιτυχημένο φεστιβάλ ισπανόφωνης λογοτεχνίας ΛΕΑ, του οποίου ήταν προσκεκλημένος.

«Για πολλά χρόνια νόμιζα ότι ζούσα στη φύση. Τώρα, στη νέα μου “κρυψώνα” ανακάλυψα ότι απλώς ζούσα στην ύπαιθρο, που είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Ο αγροτικός κόσμος και η φύση έχουν λιγότερα κοινά απ’ όσα πιστεύουμε. Στο Μπαθτάν η φύση έχει πολύ έντονη παρουσία. Υπάρχουν θύλακες φυσικού και άγριου κόσμου που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό». Μια εύκολη εξήγηση είναι ότι ο Παλόμας βρήκε στη φύση και στα ζώα (που λατρεύει) ένα περιβάλλον όπου η επούλωση των πληγών από ορισμένες τραυματικές συναντήσεις του με το ανθρώπινο είδος (είχε πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από έναν καθολικό καλόγερο σε ηλικία 9 ετών) θα ήταν ευκολότερη.

Διαρκής αμφισβήτηση

Στα βιβλία του, ωστόσο, οι ανθρώπινες σχέσεις κατέχουν κεντρική θέση. Πώς ερμηνεύει ο ίδιος αυτήν τη φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στην αποστασιοποίηση στην πραγματική ζωή και σε μια αναβλύζουσα τρυφερότητα στη λογοτεχνική του γλώσσα; «Βρίσκομαι διαρκώς σε ένα καθεστώς αμφισβήτησης ως προς τη μοναξιά μου. Γενικά αμφισβητώ τα περισσότερα πράγματα κι αυτό μπορεί να γίνει δύσκολο για τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μου, επομένως το πιο εύκολο είναι να απομονώνομαι. Την ίδια στιγμή αισθάνομαι την ανάγκη να επισκέπτομαι αυτό που αμφισβητώ και να αποτελώ τμήμα του. Η αρχή αυτής της απομόνωσης είναι ένα είδος υπερευαισθησίας ή υπερευαλωτότητας αν προτιμάτε».

Αν έπρεπε να θυσιάσω κάτι στη ζωή μου, το τελευταίο πράγμα θα ήταν η τρυφερότητα. Γιατί είναι ένας μοναδικός τρόπος να προσεγ-γίσεις τον «άλλο» και τα υπόλοιπα πλάσματα του κόσμου.

Διαβάζοντας τα βιβλία του Αλεχάντρο Παλόμας (όλα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Opera σε μετάφραση Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου), συχνά έχω την αίσθηση ότι η τρυφερότητα καταλαμβάνει μια οριακά πολιτική θέση. Οχι τόσο ως συναισθηματικό εργαλείο, αλλά περισσότερο ως τρόπος να βλέπουμε και να σχετιζόμαστε με τους άλλους.

Αλήθεια, τον ρωτάω, σε μια εποχή που κυριαρχείται από την ειρωνεία, τον κυνισμό και την πόλωση, πιστεύει ότι η τρυφερότητα μπορεί να είναι μια μορφή αντίστασης; «Μου κάνει εντύπωση που χρησιμοποιείτε τη συγκεκριμένη λέξη. Για μένα αυτή η λέξη είναι τόσο θεμελιώδης που θα ήθελα να έχω ονομάσει έτσι ένα από τα βιβλία μου. Παρ’ όλα αυτά είναι μια πολύ περίπλοκη λέξη. Το να εκφραστεί τρυφερότητα από μια ανδρική φωνή ακούγεται ως κάτι αρκετά σύνθετο κι εκεί υπάρχει ένα κενό. Αν έπρεπε να θυσιάσω κάτι στη ζωή μου –την ευφυΐα, την ευρηματικότητα ή τη δυνατότητα να σχετίζομαι με τους άλλους–, το τελευταίο πράγμα θα ήταν η τρυφερότητα. Γιατί είναι ένας μοναδικός τρόπος να προσεγγίσεις τον “άλλο”, όπως κι ένας τρόπος να προσεγγίσεις και τα υπόλοιπα πλάσματα του κόσμου, όπως αντικατοπτρίζεται και στη σχέση μας με τα ζώα».

Οταν τελειώνω ένα βιβλίο του Παλόμας (με κορυφαία το «Μια μητέρα» και το «Ενας γιος») έχω την εντύπωση ότι το κεντρικό θέμα δεν είναι η ίδια η οικογένεια, αλλά μάλλον η αναζήτηση ενός μέρους όπου νιώθουμε ότι ανήκουμε. Δηλαδή, η αναζήτηση ενός χώρου όπου μπορούμε να νιώσουμε σαν στο σπίτι μας. Αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτή την ερμηνεία; «Πάντα αισθανόμουν ότι αυτό που αναζητούσα ήταν ένα “σπίτι”. Και το σπίτι μπορεί να πάρει πολλές διαφορετικές έννοιες. Οταν είσαι παιδί, σπίτι είναι ένας χώρος όπου δεν μπορεί να σου συμβεί τίποτα άσχημο. Κάπως έτσι πιστεύω ότι όλοι αισθανόμαστε ορφανοί – ορφανοί από την πρώτη μέρα της ζωής μας, καθώς έχουμε απολέσει το κουκούλι της θαλπωρής στην κοιλιά της μητέρας μας».

Η επιλογή

Οταν τον περασμένο Ιούνιο ο Αλεχάντρο Παλόμας συνομίλησε με τη μεταφράστριά του, την Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, είπε ότι για πολύ καιρό έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Τι ήταν αυτό που τον έκανε να επιλέγει τη ζωή ξανά και ξανά; «Πάντα έχεις μέσα σου ένα ποσοστό ελπίδας ή, καλύτερα, προσδοκίας. Την ίδια στιγμή έχουμε το ένστικτο της επιβίωσης, όπως συμβαίνει σε όλα τα ζώα. Θα έχετε προσέξει ότι τα ζώα δεν αυτοκτονούν ποτέ. Κάθε μέρα που ξυπνάω το πρωί αναρωτιέμαι: “Θέλω να ζήσω ή δεν θέλω να ζήσω;”. Γιατί το να θέλεις να ζήσεις είναι μια απόφαση. Την ημέρα που θα ξυπνήσω και η απάντηση δεν θα είναι καταφατική, πολύ απλά θα πάψω να ζω. Χωρίς κανένα πρόβλημα».