Η μνήμη και ο μόχθος στην πρώτη Μπιενάλε των Κυκλάδων

Φόρτωση Text-to-Speech…

Η φύση της Νάξου την άνοιξη, το λιμάνι της Μουτσούνας, οι επιβλητικοί Κούροι στις Μέλανες, τα οικόσημα, η εξόρυξη σμύριδας, τα κορίτσια από την ορεινή Νάξο που άφηναν τα σπίτια τους για να δουλέψουν υπηρέτριες στην Αθήνα τη δεκαετία του ’30, τα μαρμάρινα τέμπλα της Μέσα Ποταμιάς και του Γαλανάδου, οι Απεραθιώτισσες υφάντρες και οι λιθοξόοι του χωριού, οι σκυτοτόμοι, οι καρεκλάδες και οι σαμαράδες, οι ιστορίες από την Κατοχή, τα προικοσύμφωνα και οι συμβάσεις μαθητείας με μάστορες σιδεράδες από το 1685, ήταν μερικά μόνον από τα ερεθίσματα που έδωσε ο Κωνσταντίνος Σπυρόπουλος, ιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής της 1ης Κυκλαδικής Μπιενάλε, στους 66 καλλιτέχνες και καλλιτεχνικές ομάδες προκειμένου να δημιουργήσουν έργα σε άμεση σχέση με τον τόπο όπου φιλοξενείται η πρώτη διοργάνωση. Mε τίτλο «What Re-mains» («Τι απo-μένει»), η πρώτη έκδοση στρέφεται στη μνήμη και στους τρόπους με τους οποίους συγκροτείται η ιστορική αφήγηση: τι διασώζεται, τι χάνεται και τι επιστρέφει στο παρόν μέσα από τις ιστορίες και τις πρακτικές των ανθρώπων. «Σαν ιδέα η Μπιενάλε άρχισε να παίρνει σχήμα στο μυαλό μου πριν από τρία χρόνια, δεν μας ενδιέφερε όμως να παρουσιάσουμε μία ακόμη έκθεση σύγχρονης τέχνης, αλλά να εμπλέξουμε καλλιτέχνες και κοινό σε κάτι που θα μας αφορά όλους, σε έργα που μας συνδέουν με το νησί και την ανθρώπινη εμπειρία», εξηγεί ο κύριος Σπυρόπουλος.

Επιμένει ότι περισσότερο και από τα αντικείμενα που έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε ως πολιτισμική κληρονομιά –τις μαρμάρινες κρήνες, τις ξερολιθιές, τα κεραμικά, τα χειροποίητα υφάσματα– αυτή η Μπιενάλε θα εστιάσει στον ανθρώπινο μόχθο πίσω από τα έργα. Θα μιλήσει για τον λιθοξόο, την υφάντρα, τον τεχνίτη, τη γνώση και τις χειρονομίες που περνούν από γενιά σε γενιά και, τελικά, για τους ανθρώπους που εξακολουθούν να δίνουν νόημα στον τόπο. «Η επικοινωνία προηγείται της τέχνης», υποστηρίζει. «Πιο σημαντικό και από το να τρέξει κάποιος να δει τα μνημεία που υπάρχουν στο νησί, θα τον συμβούλευα πως είναι να επισκεφθεί ένα χωριό, να χτυπήσει μια πόρτα και να ζητήσει να του φτιάξουν έναν καφέ, να ακούσει ιστορίες».

Τα έργα –γλυπτά, εγκαταστάσεις, βίντεο, ζωγραφικά, φωτογραφίες, υφαντά– θα απλωθούν σε τέσσερις χώρους: την πρώην Σχολή Ουρσουλινών, το Θεατρικό Μουσείο Ιάκωβος Καμπανέλλης, το Δημαρχείο και το Katharsis Retreat, συνομιλώντας με διαφορετικές όψεις της ιστορίας και της καθημερινής ζωής της Νάξου. Η σχέση με τους προγόνους και την οικογενειακή μνήμη διατρέχει, για παράδειγμα, τα υφαντά έργα της Ειρήνης Γκόνου και της Μαρίας Κώτσου, ενώ η Κατερίνα Κότσαλα ανατρέχει στις αλυκές και στην εξαφάνισή τους συνθέτοντας ένα τοπίο από κελύφη φιστικιών, λάδι σε pvc και θηραϊκή γη. Η Στέλλα Χριστοφή συνομιλεί με την παράδοση της υφαντικής δημιουργώντας ένα έργο που παραπέμπει σε παραδοσιακό χαλί αλλά είναι φτιαγμένο από αλάτι, ενώ ο Βαγγέλης Σάββας αντλεί από τη βλάστηση και τα φυτά της Νάξου, μεταφέροντας τα αποτυπώματά τους σε κεραμικές χαράξεις. Ο κ. Σπυρόπουλος θυμάται πως αυτό που κυρίως απασχόλησε την οργανωτική ομάδα (Eλενα Λιώση, Oλγα Σουβερμέζογλου, Μαίρη Στεφάνου, Μαρία Σατραζέμη) ήταν να αποφύγουν τις εξιδανικευμένες αναπαραστάσεις του νησιού, τα «εικονογραφικά» έργα ή τις γενικές και αφηρημένες προσεγγίσεις που στερούνται τεκμηρίωσης και να προτείνουν σύγχρονα έργα, που θα συνδυάζουν ιστορίες, μνήμες και τεχνικές με αυτό που ζούμε τώρα. Η Νάξος αποτελεί, ωστόσο, μόνο την αφετηρία, τονίζει. Η πρόθεση της ομάδας είναι η Μπιενάλε να ταξιδέψει στο μέλλον σε διαφορετικά νησιά των Κυκλάδων, δημιουργώντας σταδιακά ένα ευρύτερο δίκτυο καλλιτεχνών και ανθρώπων του αρχιπελάγους.

Από 20/8 έως 18/9,www.cycladicbiennale.com.