Φόρτωση Text-to-Speech…
Μπροστά από ένα μανουάλι της μονής του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, η Μαντόνα –με το χωρίς πόρους δέρμα από το πολύ ρετουσάρισμα και την κεφαλή σεμνά καλυμμένη με μαντίλι– κρατάει ένα αναμμένο κερί. Τα βλέφαρά της είναι κλειστά σε ένδειξη κατάνυξης· τα βαμμένα, σαρκώδη χείλη της δημιουργούν μια παράδοξη αντίστιξη. Πίσω της, διακρίνεται μια εικόνα της Παναγίας και ως μουσική υπόκρουση ακούγεται ένα απόσπασμα από το τραγούδι της «Good for the Soul», που περιλαμβάνεται στο πρόσφατο άλμπουμ της «Confessions II».
Αυτή η φωτογραφία, η πρώτη από τις είκοσι του «gallery» με το οποίο θέλησε να μοιραστεί το πώς πέρασε στην Πάτμο, έχει προκαλέσει, από την Παρασκευή που ανέβηκε στο Instagram, αντικρουόμενες αντιδράσεις. Κυκλοφόρησαν μέχρι και memes φτιαγμένα με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης που «φύτεψαν» δίπλα της τη μαυροντυμένη Μαρία Καβογιάννη ως Ασπασία του σίριαλ «Ντόλτσε βίτα», από το επεισόδιο στο οποίο έχει αποφασίσει να κλειστεί σε μοναστήρι και λέει συνέχεια τη φράση που έγινε σλόγκαν «Σας παρακαλώ, δεν θα ‘θελα». Τα σχόλια, γενικώς, κινήθηκαν σε όλο το φάσμα της (μη) αποδοχής. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν που η «βασίλισσα της ποπ» έγραψε ότι ένιωσε την παρουσία του Θεού, πολλοί την ειρωνεύτηκαν, λιγότεροι ένιωσαν προσβεβλημένοι από την παρουσία μιας «αλλόθρησκης, προκλητικής σταρ» στο νησί της Αποκάλυψης.
Τα σχόλια κινήθηκαν σε όλο το φάσμα της (μη) αποδοχής. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν, πολλοί την ειρωνεύτηκαν, λιγότεροι ένιωσαν προσβεβλημένοι από την παρουσία της στο νησί της Αποκάλυψης.
Μιλάμε, όμως, για τη Μαντόνα, που κάποτε χρειάστηκε να δείξει το διαβατήριό της για να αποδείξει ότι αυτό είναι το πραγματικό της όνομα – το «κληρονόμησε» από τη βαθιά θρησκευόμενη καθολική οικογένειά της. Είναι γνωστό, επίσης, ότι μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούσαν η προσευχή, η εξομολόγηση και η Θεία Κοινωνία. Αργότερα, όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη για να γίνει «κάποια», η θρησκευτική εικονογραφία από βιωμένη εμπειρία μετατράπηκε σε μόνιμο και συνεχώς διευρυνόμενο κομμάτι του καλλιτεχνικού της brand, συχνά σεξουαλικοποιημένη. Αρχικά, απλώς συνδύαζε τα κορμάκια και τις δαντέλες που φορούσε με μεγάλους σταυρούς ή ροζάρια, μέχρι που το 1989 προκάλεσε ηθικό πανικό με το βιντεοκλίπ για το «Like a Prayer».
Σε αυτό, χόρευε μπροστά από φλεγόμενους σταυρούς και γονάτιζε στο άγαλμα ενός μαύρου αγίου το οποίο είχε την όψη ενός άνδρα, που στη συνέχεια θα φιλούσε. Οι δε στίχοι του, ερωτικά διφορούμενοι, περιελάμβαναν το «βλάσφημο» δίστιχο «όταν λες το όνομά μου / είναι σαν να λες μια μικρή προσευχή». Τρία χρόνια μετά, για μια φωτογραφία του λευκώματός της «Sex», θα πόζαρε ξαπλωμένη μπροστά από ένα σταυρό, με σαδομαζοχιστική αμφίεση, πάνω σε ένα «βωμό». Η «ακραία» πρόκληση είχε το τίμημά της: η Μαντόνα, θεωρήθηκε «τελειωμένη υπόθεση» για τη βιομηχανία του θεάματος.
Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν ενσάρκωσε στον κινηματογράφο την «αγία πόρνη» Εβίτα Περόν, έμεινε έγκυος στην κόρη της Λούρδη και άρχισε να μελετάει την Καμπάλα. Το ότι από το πρόσφατο ταξίδι της στα Μετέωρα, δε, κατά πως γράφτηκε, ζήτησε πνευματικές συμβουλές, συνεισφέρει στο σύμπαν της «θρησκευτικής πολυσυλλεκτικότητάς» της. Το ότι, τέλος, οι φωτογραφίες που ανέβασε από την Πάτμο –άλλες απολύτως σκηνοθετημένες, άλλες αυθόρμητες μα προσεκτικά επιλεγμένες– παραπέμπουν σε επιτελεστική πνευματικότητα, δεν σημαίνει ότι είναι ανειλικρινείς. Καμιά φορά, το «πρόμο» ενός δίσκου και η «πίστη» σε έναν –όποιον– θεό μπορεί να ταυτίζονται.