Η γνώση της γραφής και της υπογραφής

Ολο και πυκνώνουν οι συζητήσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, μεταξύ πανεπιστημιακών για το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης και κατά πόσο αλλάζει τη δουλειά μας. Ακόμη και αν λέγονται πολλά και διάφορα, το συμπέρασμα είναι λίγο-πολύ κοινό: το πανεπιστήμιο έρχεται αντιμέτωπο με μια πρωτόγνωρη συνθήκη που σε μεγάλο βαθμό απαιτεί προσαρμογές που ακόμη δεν μπορούμε να εφεύρουμε και να εφαρμόσουμε. Ειδικά όσον αφορά τμήματα κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών, το ζήτημα του «τι κάνουμε» γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό, επειδή σε αυτές τις επιστήμες ο γραπτός λόγος, είτε μέσα από εργασίες είτε μέσα από εξετάσεις, αποτελούσε και αποτελεί το βασικό εργαλείο «απόδειξης» της απόκτησης και παραγωγής γνώσης.

Η εκτεταμένη χρήση T.N. από φοιτητές στην εκπόνηση εργασιών, η αυξανόμενη αδυναμία τους να συντάξουν ένα δομημένο γραπτό κείμενο (κάτι που έχει δρομολογηθεί πολύ πριν από την τεχνητή νοημοσύνη), δημιουργεί έναν γνωστικό και ηθικό πανικό. Τι κάνει το πανεπιστήμιο όταν δεν μπορεί να μάθει το στοιχειώδες στους φοιτητές του, δηλαδή να γράφουν πάνω στη μελέτη τους και να εκφράζουν τις σκέψεις τους; Αυτοκαταργείται;

Η συζήτηση σίγουρα δεν έχει να κάνει μόνο με την τεχνολογία. Το αντικείμενο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών για τη μεγάλη πλειονότητα των φοιτητών είναι εντελώς αδιάφορο σε όρους χρηστικούς. Ενας κυνικός αλλά βάσιμος ρεαλισμός είναι που εδώ και χρόνια τους απομακρύνει από το βασικό πεδίο άσκησης των επιστημών αυτών, που είναι το διάβασμα και η παραγωγή κειμένων. Ομως πράγματι η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα σε αυτή την αυξανόμενη αποστασιοποίηση.

Η Τ.Ν. φέρνει πραγματικά μια νέα εποχή του γραπτού πολιτισμού. Ο 20ός αιώνας αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας του γραπτού λόγου, αφού η κινηματογραφική και μετέπειτα τηλεοπτική εικόνα άρχισαν να κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα. Αν και πολλοί θεωρητικοί (Πόστμαν, Ντεμπόρ, ΜακΛούαν) είδαν την υποχώρηση ή και το τέλος του γραπτού πολιτισμού λόγω της ηγεμονίας της εικόνας, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι αυτό δεν συνέβη, αφού η εποχή του Διαδικτύου έφερε μια πολύμορφη αναγέννηση της γραπτής επικοινωνίας. Το ίδιο λίγο-πολύ συμβαίνει και σήμερα εξαιτίας της Τ.Ν. Τα γραπτά κείμενα δεν παύουν να παράγονται, μάλιστα θα μπορούσε να πει κανείς ότι παράγονται πολύ περισσότερα από ό,τι στο παρελθόν. Αυτό που αλλάζει με τρόπο πραγματικά επαναστατικό είναι το ποιος παράγει το γραπτό κείμενο.

Η Τ.Ν. για πρώτη φορά παίρνει την παραγωγή γραπτού λόγου από τον άνθρωπο. Η «μηχανή», δηλαδή τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα και ο αλγόριθμος, γίνεται όλο και περισσότερο ο βασικός παραγωγός γραπτού λόγου. Το μονοπώλιο της ανθρώπινης γραφής, άρα και σκέψης, τελείωσε. Και μόνο αυτή η διαπίστωση είναι σοκαριστική, πριν πανικοβληθούμε όμως εντελώς, πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτή η εξέλιξη δεν σηματοδοτεί και το τέλος της ανθρώπινης κρίσης.

Αυτό που η Τ.Ν. κάνει πια απολύτως αντιληπτό είναι ότι πίσω από τη γραφή (συνεπώς και τη σκέψη) δεν υπάρχει πια ένας συγγραφέας, μια ανθρώπινη παρουσία και άρα μια έστω και δύσκολα ανιχνεύσιμη αλήθεια (η κριτική του Ντεριντά στον λογοκεντρισμό γίνεται viral πρακτική). Η σκέψη και η γνώση που αντικατοπτρίζεται στη γραφή δεν είναι πια μόνο ανθρώπινο έργο. Ενα καλό κείμενο δεν αποτελεί πλέον ασφαλή ένδειξη μάθησης όπως συνέβαινε στο παρελθόν, γιατί η Τ.Ν. σπάει το σχήμα «γράφω, άρα σκέφτομαι». Εκεί που η ανθρώπινη σκέψη και γνώση παραμένει (ακόμη τουλάχιστον) κομβική είναι όχι στην ευθύνη της παραγωγής, αλλά στην ευθύνη ανάθεσης και επιλογής γραπτού λόγου.

Για να ξαναγυρίσουμε στο πανεπιστήμιο, ο παλιός φοιτητής έπρεπε να μάθει και να παράγει τον λόγο. Σήμερα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία μια διαφορετική γνώση: τι αναθέτουμε στην Τ.Ν., τι κρατάμε ως επιστημονικά δόκιμο, ποια απάντηση επιλέγουμε και ποια απορρίπτουμε. Ποια θέση τελικά υπογράφουμε; Ενα από τα προβλήματα της σημερινής εκπαίδευσης είναι ότι δεν έχει ακόμη αναπτύξει παιδαγωγικά εργαλεία για να διδάξει και να αξιολογήσει αυτές τις νέες μορφές ευθύνης. Μένουμε κολλημένοι στο γεγονός ότι οι φοιτητές δεν θέλουν να μάθουν να γράφουν και άρα να παράγουν γνώση με τον τρόπο που μάθαμε εμείς. Ακόμη και αν τους ενδιαφέρουν οι επιστημονικές γνώσεις που αποκτούν στο πανεπιστήμιο (πράγμα σπάνιο), είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα τις επεξεργαστούν στη ζωή τους με τον τρόπο που το έκαναν οι προηγούμενες γενιές φοιτητών. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι πώς θα τους επιστρέψουμε σε έναν κόσμο του παρελθόντος, αλλά πώς θα τους πείσουμε ότι υπάρχει πολλαπλή αξία στην κτήση γνωστι-κής και ηθικής αυτονομίας.

*Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.