Φόρτωση Text-to-Speech…
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η είσοδος στην Ισπανία από το Μαρόκο γινόταν ελεύθερα, χωρίς βίζα, μόνο με ένα διαβατήριο. Έτσι χιλιάδες Μαροκινοί χρησιμοποιούσαν αυτή την ελευθερία για να μπαινοβγαίνουν στη χώρα. Ο συχνότερος τρόπος ήταν ο εξής: έμπαιναν όταν υπήρχε μεγάλη ζήτηση στα ισπανικά χωράφια ή τις οικοδομές για εργατικά χέρια, έκαναν τα μεροκάματα τους, έβγαζαν τη σεζόν, και μετά γύριζαν στα χωριά τους. Την επόμενη χρονιά, ξαναπερνούσαν Ισπανία για να δουλέψουν. Άλλοτε δεν πήγαιναν. Αλλά μπαινόβγαιναν ανενόχλητα, και μια σταθερή αλλά αμφίδρομη ροή υπήρχε. Κάποια στιγμή, μετά τη συνθήκη του Μαάστριχτ και τη σταδιακή αυστηροποίηση των κανόνων, μπήκε η υποχρέωση στους Μαροκινούς ταξιδιώτες να έχουν βίζα για να μπουν στην Ισπανία. Για τα δεδομένα μιας χώρας αρκετά προβληματικής, με τραγικές δημόσιες υπηρεσίες και ανελεύθερο καθεστώς, ήταν μια διαδικασία δύσκολη, πολιτικά φορτισμένη και για κάποιους πολύ ακριβή ή και αδύνατη. Μειώθηκε τότε η μετανάστευση; Όχι βέβαια. Τα μεροκάματα ήταν ακόμα εκεί. Οι ελιές χρειάζονταν μάζεμα, οι πολυκατοικίες της Κόστα Μπράβα χρειάζονταν χτίστες. Για να πάρετε μια εικόνα για το μέγεθος του κινήτρου, λάβετε υπόψιν το εξής στοιχείο: το 2022 ο μέσος εργάτης στα χωράφια του Μαρόκου έβρισκε δουλειές με 8 ευρώ την ημέρα. Την ίδια σεζόν, στη βόρεια Ισπανία τα μεροκάματα ήταν 50 ευρώ την ημέρα. Στην Ολλανδία, 80 ευρώ. Γίνεται σαφές για ποιο πράγμα μιλάμε; Ότι δηλαδή, τι; Μια γραφειοκρατική διαδικασία θα σταματούσε αυτούς τους ανθρώπους από το να διεκδικήσουν πολλαπλάσιες αμοιβές για τη δουλειά τους, χρήματα που θα ζούσαν ολόκληρες οικογένειες πίσω στη φτωχιά τους χώρα; Φυσικά και όχι. Η επιβολή εμποδίων, το «κλείσιμο» των συνόρων για τους Μαροκινούς είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα, την ίδια επίπτωση που έχουν όλα τα κλεισίματα συνόρων παντού: την ραγδαία αύξηση της «παράνομης» μετανάστευσης. Οι πολλοί που δεν μπορούσαν να βγάλουν βίζα, άρχισαν να αναζητούν άλλους τρόπους να περάσουν απέναντι. Κι όπως γίνεται πάντα, όποιος ψάχνει, βρίσκει, και έτσι δημιουργήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία διακινητών, και για να αντιμετωπίσουν τις βάρκες οι Ισπανοί ανέπτυξαν κι άλλα μέτρα, και οι Μαροκινοί έβρισκαν άλλους, πιο ευφάνταστους και ενίοτε και πιο επικίνδυνους τρόπους. Αλλά πέρναγαν. Και μετά άλλαζε και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό. Η αυστηροποίηση των ελέγχων στα σύνορα και η επιβολή περιορισμών οδήγησε σε αύξηση του αριθμού των μεταναστών που ζούσαν μόνιμα στην Ισπανία. Γιατί αυτοί που περνούσαν για να δουλέψουν σεζόν, πλέον αναγκάζονταν να μείνουν. Επειδή τα σύνορα είχαν κλείσει, γινόταν πολύ επικίνδυνο να γυρίσουν στο χωριό τους. Μπορεί να μην κατάφερναν να επιστρέψουν. Ολοένα και περισσότεροι έμεναν στην Ισπανία.
Αυτά τα πράγματα είναι γνωστά. Το πώς λειτουργεί η μετανάστευση είναι πολύ καλά μελετημένο, στοιχεία και δεδομένα σαν τα παραπάνω υπάρχουν, πολύ πλούσια. Όλοι όσοι ασχολούνται έστω και λίγο με το θέμα γνωρίζουν καλά ότι κυρίαρχη κινητήρια δύναμη της διεθνούς μετανάστευσης είναι η ζήτηση για εργατικό δυναμικό. Ούτε οι ανισότητες, ούτε η φτώχεια, ούτε οι πόλεμοι. Ούτε καν η επιθυμία για δουλειά -η ζήτηση. Οι μετανάστες δεν φεύγουν επειδή δεν υπάρχουν δουλειές στο χωριό τους. Φεύγουν επειδή υπάρχουν δουλειές αλλού.Οι κυβερνήσεις ξέρουν πώς λειτουργούν τα μεταναστευτικά «κύματα», τι κινητοποιεί τους μετανάστες, τι τους ωθεί στην «παρανομία» και τι αντίκτυπο έχουν στο φαινόμενο διάφορες αποφάσεις και πολιτικές παρεμβάσεις. Έχουν δοκιμαστεί σχεδόν τα πάντα σε όλο τον κόσμο, κι έχουμε δει στην πράξη τα αποτελέσματα, ξανά και ξανά.
Και παρ’ όλα αυτά, συμπεριφέρονται σαν να μην έχουν ιδέα.
Με το που έσκασε η κρίση στη Θέουτα, σχεδόν αμέσως, έγινε γνωστό ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν πέρασαν τα σύνορα επειδή έτσι τους τη βάρεσε. Μια στοχευμένη, καλά οργανωμένη καμπάνια fake news στο TikTok με ψέματα για δήθεν άρση των περιορισμών και με λεπτομερείς οδηγίες για εξοπλισμό, αφύλακτα περάσματα και άλλα κόλπα είχε προηγηθεί. Το ποιος την οργάνωσε είναι ακόμη άγνωστο. Ήταν η Μοσάντ, που στρέφεται κατά της πιο αντί-ισραηλικής ευρωπαϊκής κυβέρνησης; Ή μήπως ήταν το Μαρόκο, που ούτως ή άλλως είναι έξαλλο με την Ισπανική κυβέρνηση, και που είχε δει λίγες ημέρες νωρίτερα τον πρωθυπουργό Σάντσεθ να επισκέπτεται την Αλγερία; Ή ο Τραμπ; Το σίγουρο είναι ότι από την αρχή φαινόταν περί τίνος πρόκειται. Έβγαζε μάτι. Μια συντονισμένη προσπάθεια για να δημιουργηθεί θέμα στην Ισπανική κυβέρνηση από το τίποτε, μια τεχνητή, κατευθυνόμενη κρίση. Κι ενώ οι απανταχού ακροδεξιοί, πανευτυχείς, ούρλιαζαν πάνω από τα πληκτρολόγια τους το ρατσιστικό τους μίσος, όλοι οι υπόλοιποι καταλάβαιναν ότι πρόκειται για άλλο ένα επεισόδιο εργαλειοποίησης του φαινομένου της μετανάστευσης για την αποδυνάμωση μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Ενώ αμέσως ήταν γνωστό ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν γινόταν να περάσουν στην Ευρώπη, ενώ μέσα σε μερικές μερικές δεκάδες ώρες η Ισπανική κυβέρνηση είχε τακτοποιήσει το θέμα και όλοι οι άνθρωποι είχαν επιστρέψει στο Μαρόκο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρόλαβαν να ξεσπάσουν σε μια αδικαιολόγητη, αναπάντεχη και απογοητευτική υστερία. Μπορεί κανείς να πει ότι η πρωθυπουργός της Ιταλίας ανήκει στην κατηγορία των υπόλοιπων ακροδεξιών που βρήκαν ευκαιρία να τσιρίξουν για να πάρουν πόντους από το εσωτερικό τους κοινό, αλλά και οι υπόλοιποι ευρωπαίοι ηγέτες, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αντέδρασαν με μηδενική ψυχραιμία, ανύπαρκτη αλληλεγγύη και, κυρίως, σαν να μην έχουν ιδέα για το τι είναι αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Ήταν σαν ξαφνικά οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αποφάσισαν όλες μαζί να μην αντιδράσουν σε μια πραγματική, καθοδηγούμενη από κάποιο ξένο κέντρο κρίση που συνέβαινε σε μια γωνιά (εκτός Σένγκεν γωνιά) ενός κράτους-μέλους, αλλά αντίθετα να αντιδράσουν λες και υλοποιείται η φανταστική, ανύπαρκτη εισβολή που υπήρχε μόνο στα μυαλά των ακροδεξιών, που πάντα αφορμή ψάχνουν για να σπείρουν το διχασμό και το μίσος.
Και είναι περίεργο και ανησυχητικό, επειδή την προηγούμενη φορά που είχε συμβεί μια τέτοια κρίση σε παρόμοια κλίμακα, η Ευρώπη είχε αντιδράσει πολύ διαφορετικά. Το θυμάστε; Δεν είχαν μαζευτεί τότε όλοι σε έκτακτη σύνοδο για να κουνήσουν το δάχτυλο στο θύμα της υπόθεσης. Ίσα ίσα, τότε όλοι οι Πρόεδροι των ευρωπαϊκών θεσμών είχαν μπει σε ένα αεροπλάνο και είχαν πάει εκεί, στα σύνορα της Ευρώπης, δίπλα στον πρωθυπουργό της χώρας που δεχόταν τις κατευθυνόμενες ροές, για να προσφέρουν στήριξη και να περάσουν μήνυμα στους απέναντι. Ήταν στον Έβρο.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Από ό,τι φαίνεται, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δυστυχώς, στη Θέουτα είδαμε καθαρά το μέγεθος και την ποιότητα της ευρωπαϊκής ηγεσίας σήμερα. Και μάλλον πήραμε το μήνυμα κι εμείς. Τώρα ξέρουμε πώς θα αντιδράσουν οι εταίροι μας, αν ο Ερντογάν αποφασίσει μια μέρα να ξανασπρώξει καραβάνια παραπληροφορημένων αθώων προς τα εδώ.