Φόρτωση Text-to-Speech…
Με τη Μαρίν Λεπέν φαβορί για τον πρώτο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών (το 2027) και το γερμανικό ακροδεξιό κόμμα να σταθεροποιείται στην πρώτη θέση δημοσκοπικά, γιατί εδώ τόση φασαρία για την έξαρση του πολιτικού εξτρεμισμού;
Με μία ακόμη αλλαγή πρωθυπουργού στη Βρετανία και ατμόσφαιρα πιθανής αμφισβήτησης του αποτελέσματος των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών, γιατί εδώ τόσος θόρυβος για τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας;
Θα μπορούσε να είναι μία ακόμη ελληνοκεντρική και αυτοαναφορική υπερβολή. Αλλά δεν είναι. Στη χώρα μας, το ενδεχόμενο να μη σχηματιστεί κυβέρνηση μετά τις εκλογές μπορεί να συνδεθεί με οικονομική περιπέτεια, κοινωνική ανασφάλεια και εθνική οπισθοδρόμηση. Γιατί τέτοια εκδραμάτιση;
– Γιατί το μνημονιακό τραύμα είναι ακόμη νωπό και η βαριά πολιτική μνήμη της ταραγμένης περιόδου 2010-2017 φορτίζει κάθε ενδεχόμενο πολιτικής αναταραχής.
– Γιατί η αντιπαράθεση μεταξύ των κομμάτων είναι, ιστορικά, έντονα προσωποκεντρική και λιγότερο εστιασμένη σε πολιτικές, με αποτέλεσμα να γίνονται ιδιαίτερα αιματηρές πολιτικές συγκρούσεις.
– Γιατί Εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος, δικτατορία και Μεταπολίτευση δημιούργησαν μια συλλογική κουλτούρα βαθιάς διαίρεσης («δικός μας – δικός τους») που μεταφέρεται διαγενεακά.
– Γιατί η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς ευνοεί τις θεωρίες συνωμοσίας, τον ανορθολογισμό στην ερμηνεία της πραγματικότητας και τη λαϊκιστική εξαλλοσύνη.
– Γιατί δεν υπάρχει συνέχεια του κράτους, αλλά πελατειακή διαχείριση και ακραίος κομματισμός που προκαλούν κατεδαφίσεις πολιτικών σε κάθε αλλαγή κυβέρνησης, ακόμη και υπουργού.
– Γιατί τα περισσότερα ΜΜΕ προτάσσουν την κομματική σκοπιμότητα έναντι της εγκυρότητας, συμβάλλοντας στην καλλιέργεια πόλωσης και τοξικότητας.
– Γιατί είναι πολύ υψηλή η χρήση των social media για ενημέρωση (Reuters Institute). Ο αλγόριθμος προσφέρει περιεχόμενο που ταιριάζει με αυτά που ήδη βλέπεις και πιστεύεις, τροφοδοτώντας τη μισαλλοδοξία και τον φανατισμό.
– Γιατί μπορεί οι μακροοικονομικοί δείκτες να έχουν βελτιωθεί, αλλά αυτό δεν αντανακλάται στο διαθέσιμο εισόδημα και στην καθημερινότητα των περισσότερων, ενώ υπάρχουν δομικά προβλήματα στην οικονομία (χαμηλή παραγωγικότητα, υπέρμετρη εξάρτηση από τον τουρισμό, μικρό μέγεθος επιχειρήσεων, υστέρηση στις νέες τεχνολογίες και στην καινοτομία κ.ο.κ.).
Για πολλούς λόγους, η συζήτηση για το μετεκλογικό τοπίο δεν εξελίσσεται εδώ με τους όρους που θα γινόταν στην Ιταλία, στην Ισπανία ή στην Πορτογαλία – για να περιοριστούμε στον ευρωπαϊκό Νότο. Και αν συνεκτιμηθεί η γεωπολιτική διάσταση, τότε απομακρυνόμαστε ακόμη περισσότερο από το ευρωπαϊκό μοτίβο συζήτησης για την πολιτική σταθερότητα. Πόσο μάλλον αν συνδυαστεί με τη σκέψη του Στέλιου Ράμφου για «ανατολίζοντες ψυχισμούς, μεταμφιεζόμενους αενάως σε νεωτερικές καταστάσεις».