Φόρτωση Text-to-Speech…
Τουρκία και Σαουδική Αραβία «επαναβεβαίωσαν την επιθυμία τους να ενισχύσουν και να αναπτύξουν τις αμυντικές τους σχέσεις κατά τρόπο που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους και θα συμβάλλει στην επίτευξη ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή, μεταξύ άλλων και μέσα από πολυμερείς πλατφόρμες συνεργασίας».
Η προαναφερθείσα ανακοίνωση είχε δοθεί στη δημοσιότητα στις αρχές του περασμένου Φεβρουαρίου, σχεδόν τέσσερις εβδομάδες πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, όταν ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επισκέφθηκε το Ριάντ.
Εκείνη η επίσκεψη του Ερντογάν στη σαουδαραβική πρωτεύουσα είχε λάβει χώρα στις 3 Φεβρουαρίου του 2026, στο «μεταίχμιο» κομβικών εξελίξεων. Μόλις λίγους μήνες πριν, τον Σεπτέμβριο του 2025, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν είχαν υπογράψει στο Ριάντ μια δική τους Στρατηγική Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Αρωγής (SMDA), υπογραμμίζοντας ότι κάθε επίθεση εναντίον μιας εξ αυτών των χωρών θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον και των δύο.
Μόλις λίγες εβδομάδες μετά ωστόσο, στις 28 Φεβρουαρίου, ξέσπασε ο πόλεμος στο Ιράν, ένας πόλεμος στο πλαίσιο του οποίου η Σαουδική Αραβία δέχθηκε επιθέσεις από τους Ιρανούς καθώς και από τους –υποστηριζόμενους από την Τεχεράνη– Υεμενίτες Χούθι.
Η προεργασία και οι «εκπλήξεις»
Ακριβώς έξι μήνες έπειτα από την προηγούμενη επίσκεψή του στη Σαουδική Αραβία, ο Ρ.Τ. Ερντογάν επέστρεψε την περασμένη εβδομάδα στο σουνιτικό βασίλειο. Αυτήν τη φορά ωστόσο, δεν ήταν μόνος. Οι ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν και της Τουρκίας –ο Σαουδάραβας ντε φάκτο ηγέτης Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο Πακιστανός πρωθυπουργός Σεχμπάζ Σαρίφ και ο Τούρκος πρόεδρος–υπέγραψαν μια νέα τριμερή αμυντική συμφωνία στις 7 Αυγούστου στη Μέκκα, τη γνωστή πια ως «Συμφωνίας Κοινής Αμυνας της Μέκκας» («Mecca Joint Defence Agreement»).
Τρεις σουνιτικές μουσουλμανικές χώρες, που ξεχωρίζουν –για τον δικό της διαφορετικό λόγο η καθεμία– βρέθηκαν να συγκροτούν ένα κοινό «αμυντικό» μέτωπο
Στο άκουσμα της είδησης κάποιοι εξεπλάγησαν, αλλά μάλλον δεν θα έπρεπε. Οι υπουργοί Εξωτερικών της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν είχαν συναντηθεί ξανά στο Ριάντ εν τω μεταξύ, στις 19 Μαρτίου, για να συζητήσουν την προοπτική σύναψης μιας τριμερούς συμφωνίας ασφαλείας, ενώ δημοσιεύματα (τουρκικά πολλά εξ αυτών) διακινούσαν όλο το περασμένο διάστημα σενάρια γύρω από το ενδεχόμενο συμμετοχής της Τουρκίας στην αμυντική συμφωνία που υπέγραψαν τον Σεπτέμβριο του 2025 η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.
Ισχυροί συμβολισμοί και «μουσουλμανικό ΝΑΤΟ»
Ολα αυτά τα σενάρια και οι διαρροές τελικώς απέκτησαν υπόσταση στις 7 Αυγούστου, μέσα σε ένα περιβάλλον από εξαιρετικά ισχυρούς συμβολισμούς. Τρεις σουνιτικές μουσουλμανικές χώρες, που ξεχωρίζουν –για τον δικό της διαφορετικό λόγο η καθεμία– και υπό μια έννοια αλληλοσυμπληρώνονται –η πλούσια σε υδρογονάνθρακες εξαγωγός πετρελαίου Σαουδική Αραβία, η νατοϊκή παραγωγός drones Τουρκία και το εξοπλισμένο με πυρηνικά Πακιστάν–βρέθηκαν να συγκροτούν ένα κοινό «αμυντικό» μέτωπο με φόντο τη Μέκκα, την πιο ιερή πόλη του ισλάμ, με τις σχετικές ανακοινώσεις να γίνονται ημέρα Παρασκευή, που είναι ιερή ημέρα προσευχής για τους μουσουλμάνους.
Διόλου τυχαία, πολλοί έσπευσαν να δουν σε αυτό το τριμερές σχήμα τα σπάργανα ενός «μουσουλμανικού/σουνιτικού μίνι ΝΑΤΟ». «Οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον οιουδήποτε από τα τρία κράτη θα θεωρείται ως επίθεση εναντίον όλων τους», διεμήνυσαν οι συνυπογράφοντες, με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν να σπεύδει πρώτος, ήδη από τις 8 Αυγούστου, προτού προλάβει καλά καλά να στεγνώσει το μελάνι, να υποστηρίξει ότι αυτή η αναφορά περί συλλογικής άμυνας στην περίπτωση επίθεσης κατά μίας εκ των τριών χωρών είναι τεχνικά ίδια με το Αρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
«Γι’ αυτό συνάπτει κανείς ένα σύμφωνο ασφαλείας. Γι’ αυτό άλλες χώρες αποφασίζουν να ενταχθούν σε μια συμμαχία, για να επωφεληθούν η μία από την προστατευτική υποστήριξη της άλλης», διευκρίνισε ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η τριμερής της Μέκκας δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένων δυνάμεων.
Νέα δεδομένα
Ο πόλεμος στο Ιράν ανέτρεψε βεβαιότητες δεκαετιών. Σε αντίποινα για τις επιθέσεις που δέχθηκε από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η Τεχεράνη διεύρυνε τη σύγκρουση εξαπολύοντας πλήγματα κατά των συμμάχων των ΗΠΑ σε Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Κατάρ, ΗΑΕ και Ιορδανία, με την ελπίδα όλοι αυτοί να ασκήσουν πίεση στην Ουάσιγκτον υπέρ του τερματισμού του πολέμου.
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας αποδείχθηκαν ανεπαρκείς και οι Αραβες σύμμαχοι των ΗΠΑ βρέθηκαν εκτεθειμένοι, σε μια περίοδο μάλιστα που θα μπορούσε να θεωρηθεί μεταβατική για τις αραβικές οικονομίες που προχωρούσαν σε κινήσεις διαφοροποίησης των εσόδων και αλλαγής μοντέλου.
Υπό αυτές τις συνθήκες πια, άλλες χώρες όπως η Σαουδική Αραβία αναζητούν νέους μηχανισμούς άμυνας (ενδεικτικά, μόλις λίγα 24ωρα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας στη Μέκκα, το Ριάντ είχε παρουσιάσει μια πολυεθνική πρωτοβουλία για την προστασία της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα) και άλλες, όπως η Τουρκία, νέους μηχανισμούς επιρροής και επέκτασης/αναβάθμισης της τουρκικής ισχύος (στο Κέρας της Αφρικής επί παραδείγματι).
Διαφορετικές προτεραιότητες
Οι τρεις της Μέκκας μπορεί να μίλησαν για κοινές προκλήσεις και απειλές, πλην όμως επί του πρακτέου εστιάζουν το βλέμμα ο καθένας τους σε διαφορετική κατεύθυνση: οι Σαουδάραβες στο Ιράν και στην Υεμένη (αλλά και, μεταξύ άλλων, στα Εμιράτα με τα οποία έχουν αρχίσει να έχουν έντονα ανταγωνιστική σχέση), οι Τούρκοι στο Ισραήλ (αλλά και σε χώρες όπως είναι η Ελλάδα) και οι Πακιστανοί στην Ινδία.
«Η αμυντική συμφωνία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα στους αντιπάλους της. Αντικατοπτρίζει τη φθίνουσα επιρροή των ΗΠΑ στην περιοχή και την επιθυμία των υπογραφόντων να περιορίσουν το Ισραήλ και το Ιράν», γράφει σε άρθρο γνώμης η γαλλική Le Monde, υποστηρίζοντας ότι αυτή η συμφωνία «δεν πρέπει να υποτιμάται».
Η μετα-αμερικανική Μέση Ανατολή αρχίζει να διαμορφώνεται. Η συμφωνία της Μέκκας αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας
«Η αμυντική συμφωνία της Μέκκας θα μπορούσε να αποτελέσει προσχέδιο/πρότυπο για μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Σηματοδοτεί την προθυμία των περιφερειακών κρατών να κοιτάξουν πέρα από τις παραδοσιακές δυτικές προσεγγίσεις», υποστηρίζει, από την πλευρά του το τουρκικό TRT World. «Η μετα-αμερικανική Μέση Ανατολή αρχίζει να διαμορφώνεται. Η συμφωνία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας», συμφωνεί το καταριανό Al Jazeera.
Η Αίγυπτος και οι άλλοι
Τούτων δοθέντων, ανακύπτουν πια δύο ερωτήματα που είναι αμφότερα κομβικά για τις από εδώ και πέρα εξελίξεις: Το ένα αφορά τη μελλοντική σύνθεση του εν λόγω αμυντικού μπλοκ, το αν δηλαδή θα ενταχθούν σε αυτό κι άλλες χώρες και ποιες· και το δεύτερο τις πρακτικές διαστάσεις της εν λόγω «συμμαχίας», το αν δηλαδή αυτή θα αποκτήσει στρατιωτικό σκέλος και κοινούς σχηματισμούς.
Ξεκινώντας από τις ενδεχόμενες μελλοντικές διευρύνσεις της εν λόγω τριμερούς, πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι σε αυτήν θα μπορούσαν να ενταχθούν το Κατάρ, το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Ομάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κάποιοι μάλιστα εκτιμούν ότι το Κατάρ και το Κουβέιτ μπορεί να είναι πιο κοντά σε μια ενδεχόμενη ένταξη.
Από την άλλη πλευρά ωστόσο, διερωτάται κανείς γιατί δεν εντάχθηκε εξαρχής στο εν λόγω σχήμα μια χώρα όπως η Αίγυπτος η οποία ήδη συμμετέχει στην ομάδα R4 μαζί την Τουρκία, το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία. Η τουρκική ηγεσία, διά στόματος του Χακάν Φιντάν καθώς και του ιδίου του Ρ.Τ. Ερντογάν, κατέστησε σαφές ότι θα επιθυμούσε την ένταξη της Αιγύπτου. Σύμφωνα με δημοσιεύματα ωστόσο, οι Αιγύπτιοι έμειναν εκτός είτε από δική τους επιλογή, επειδή έχουν επιφυλάξεις σε σχέση με το εν λόγω εγχείρημα και διαφορετικές προτεραιότητες (Al Jazeera, Alhurra), είτε επειδή τους μπλόκαραν οι Σαουδάραβες που έχουν «παράπονα» από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι (Middle East Eye).
«Η Αίγυπτος δεν εντάχθηκε στη νέα συμφωνία, παρά το γεγονός ότι συμμετείχε τους τελευταίους μήνες σε μια σειρά συναντήσεων με την Τουρκία, το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία, που επικεντρώθηκαν στην περιφερειακή ασφάλεια και τη σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν», γράφει ο ιστοχώρος Alhurra που εντάσσεται υπό την ομπρέλα του Middle East Broadcasting Networks (MBN). Υπενθυμίζει μάλιστα ότι στις 21 Ιουνίου το Κάιρο είχε φιλοξενήσει μια συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Αιγύπτου, της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν με θέμα τις περιφερειακές εξελίξεις και τις διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, το σύνταγμα της Αιγύπτου θέτει επίσης περιορισμούς στις στρατιωτικές αποστολές στο εξωτερικό. Το άρθρο 152 ορίζει ότι ο πρόεδρος δεν μπορεί ούτε να κηρύξει πόλεμο ούτε να στείλει στρατεύματα σε πολεμικές αποστολές εκτός των συνόρων της χώρας χωρίς πρώτα να συμβουλευτεί το Εθνικό Συμβούλιο Αμυνας και να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία δύο τρίτων. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, μόλις τον περασμένο Μάιο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν την ανάπτυξη αιγυπτιακών δυνάμεων (μαχητικών αεροσκαφών Rafale F3R, σύμφωνα με δημοσιεύματα) στο Αμπου Ντάμπι.
Αμφιβολίες και ερωτήματα
Το Πακιστάν, η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία είχαν ήδη πριν από τις 7 Αυγούστου κάνει σημαντικά βήματα προσέγγισης και συμπόρευσης στο μέτωπο της άμυνας. «Επί δεκαετίες, το Πακιστάν παρείχε στις σαουδαραβικές δυνάμεις εκπαίδευση και τεχνική βοήθεια, ενώ το Ισλαμαμπάντ και η Αγκυρα έχουν ανταλλάξει στο παρελθόν πολεμικά πλοία και εκπαιδευτικά αεροσκάφη, και το Ριάντ έχει επανειλημμένα αγοράσει τουρκικά drones», γράφει το περιοδικό Foreign Policy.
«Τον Απρίλιο, το Πακιστάν ανέπτυξε μια μοίρα μαχητικών αεροσκαφών καθώς και συστήματα αεράμυνας κινεζικής κατασκευής σε σαουδαραβική αεροπορική βάση», υπενθυμίζει ο ιστοχώρος Al-Monitor. Σύμφωνα με τη σχετική ανάλυση, το ερώτημα που ανακύπτει τώρα είναι το αν η Τουρκία θα αναπτύξει δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων ναυτικών μέσων, στη Σαουδική Αραβία καθώς κάτι τέτοιο θα διεύρυνε τη στρατιωτική της παρουσία γύρω από το Κέρας της Αφρικής, όπου η Αγκυρα διατηρεί τη μεγαλύτερη υπερπόντια βάση της, στη Σομαλία, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Τουρκία διατηρεί παράλληλα στρατεύματα και στο Κατάρ. Σύμφωνα με άλλα δημοσιεύματα, οι Τούρκοι συζητούν ήδη το ενδεχόμενο ανάπτυξης δικών τους δυνάμεων εντός της Σαουδικής Αραβίας που ενδέχεται μάλιστα να «κοιτούν» όχι προς την πλευρά του Ιράν αλλά προς την πλευρά του Ισραήλ.
Το κείμενο της συμφωνίας δεν δημοσιοποιήθηκε, γεγονός που καθιστά ασαφές το ποιες είναι οι υποχρεώσεις των εμπλεκόμενων μερών
Θα καταφέρει, άραγε, αυτή η νέα «αμυντική» συμφωνία της Μέκκας να θέσει τις βάσεις για κάτι διαφορετικό;
Ως προς αυτό, υπάρχουν αμφιβολίες. «Το κείμενο της συμφωνίας δεν δημοσιοποιήθηκε, γεγονός που καθιστά ασαφές το ποιες είναι οι υποχρεώσεις των εμπλεκόμενων μερών», σημειώνουν οι New York Times.
Ο Τούρκος ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν έσπευσε να δει στη συμφωνία της Μέκκας διαστάσεις «συλλογικής άμυνας» ανάλογες με εκείνες του νατοϊκού Αρθρου 5. Ωστόσο, περίπου την ίδια ώρα, ο Σαουδάραβας διπλωμάτης και υφυπουργός για τη Δημόσια Διπλωματία Ράεντ Κρίμλι διευκρίνιζε ότι η αυτή η τριμερής «δεν αποτελεί προσπάθεια δημιουργίας στρατιωτικού άξονα ή θρησκευτικού μπλοκ, ούτε συνδέεται με πυρηνικές φιλοδοξίες ή κούρσα εξοπλισμών».
«Ασάφεια»
«Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν έχουν διαπιστώσει ότι η δύναμη βρίσκεται στην ασάφεια […] Η στρατηγική ασάφεια μπορεί να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτές οι απειλές και οι δυνατότητες αποτροπής ακόμη και όταν δεν υπάρχουν επίσημες εγγυήσεις ασφαλείας», σημειώνει σε εύστοχη ανάλυσή της η αυστραλιανή δεξαμενή σκέψης του Lowy Institute.
Σύμφωνα με την εν λόγω ανάλυση, η συμφωνία της Μέκκας «είναι περισσότερο θεσμοθετημένο από μια συμβολική διακήρυξη, αλλά λιγότερο ανεπτυγμένη από το ΝΑΤΟ». «Προβλέπει τακτικές συναντήσεις, μια υπουργική επιτροπή και μια μόνιμη γραμματεία στη Σαουδική Αραβία, ενώ μπορεί να αφήσει την πόρτα ανοιχτή για την ένταξη νέων μελών».
Σύμφωνα με την τουρκική πλευρά, η συνεργασία μπορεί να επεκταθεί και στο πεδίο της αμυντικής βιομηχανίας μέσα από τη συμπαραγωγή συστημάτων και την ανταλλαγή τεχνογνωσίας
Ωστόσο, όσα έγιναν γνωστά δημοσίως «δεν καθορίζουν τις διοικητικές ρυθμίσεις, ούτε τις δεσμεύσεις δυνάμεων, ούτε τις διαδικασίες διαβούλευσης ή τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη θα αντιδρούν σε επιθέσεις».
Σύμφωνα πάντως με το τουρκικό υπουργείο Αμυνας, στο πλαίσιο της συμφώνου της Μέκκας πρόκειται να αναπτυχθούν νέοι μηχανισμοί συντονισμού με τη συμμετοχή των υπουργείων Αμυνας και Εξωτερικών των τριών χωρών και να αρχίσουν να σχεδιάζονται κοινά στρατιωτικά γυμνάσια. Παράλληλα, πάντοτε σύμφωνα με την τουρκική πλευρά, η συνεργασία μπορεί να επεκταθεί και στο πεδίο της αμυντικής βιομηχανίας μέσα από τη συμπαραγωγή συστημάτων και την ανταλλαγή τεχνογνωσίας.
«Το πόσο μακριά θα φτάσει αυτό το κοινό αμυντικό σύμφωνο παραμένει ασαφές. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, το Πακιστάν υπέγραψε μια συμφωνία αμοιβαίας άμυνας με τη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο, το Ισλαμαμπάντ δεν απάντησε στρατιωτικά όταν οι Ιρανοί επιτέθηκαν κατά στόχων στη Σαουδική Αραβία και υποβάθμισε τις υποψίες ότι οι πυρηνικές του δυνατότητες θα μπορούσαν να επεκταθούν σε συμμάχους», σχολιάζει σε ανάλυσή του το περιοδικό Foreign Policy.
Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία αυτή γεννά μια σειρά από ερωτήματα:
- Τι θα γίνει με το πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν; Μπορεί το Ισλαμαμπάντ να επεκτείνει την πυρηνική του ομπρέλα πάνω από τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία;
- Τι θα γίνει με τα κινεζικής προέλευσης οπλικά συστήματα του Πακιστάν; Θα μπορέσουν να «συνδυαστούν» με τα δυτικής προέλευσης συστήματα της νατοϊκής Τουρκίας;
- Τι θα γίνει με την προστασία των νατοϊκών πληροφοριών και τη διαλειτουργικότητα των νατοϊκών δυνάμεων σε σχέση με τη Τουρκία; Θα μπορούσαν να συνδυαστούν με τη συμμετοχή της Αγκυρας σε ένα σχήμα με το Πακιστάν το οποίο όμως διατηρεί στενούς δεσμούς με την κινεζική ηγεσία;
- Θα μπορούσαν η Τουρκία και το Πακιστάν να προχωρήσουν σε άμεσες επιθέσεις κατά των Χούθι;
Εμπειροι παρατηρητές υπενθυμίζουν ότι και για το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council-GCC), που συστάθηκε το 1981 με φόντο τον πόλεμο Ιράν – Ιράκ, έλεγαν άλλοτε ότι θα μπορούσε να περιορίσει/αντιμετωπίσει χωρίς εξωτερική βοήθεια το Ιράν, πράγμα το οποίο ωστόσο δεν έγινε.
Συμφωνίες Αβραάμ – IMEC – ανταγωνιστικά μπλοκ
Ανεξάρτητα από όσα μπορεί να ακολουθήσουν στο μέλλον, είναι πάντως σαφές ότι η αμυντική τριμερής της Μέκκας δημιουργεί νέα δεδομένα τα οποία έχουν άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις σε άλλα μέτωπα. Επί παραδείγματι, η προοπτική επέκτασης των Συμφωνιών του Αβραάμ μέσα από μια συμφωνία Σαουδικής Αραβίας – Ισραήλ, την οποία προωθούσαν οι ΗΠΑ, πλέον φαίνεται να χάνει έδαφος, ενώ έδαφος χάνει παράλληλα και το πρότζεκτ του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC) που υποτίθεται ότι θα ένωνε την Ινδία με την Ευρώπη μέσω Κόλπου και Ισραήλ, παρακάμπτοντας την Κίνα και την Τουρκία. Στον αντίποδα ωστόσο, εάν η τριμερής της Μέκκας παγιωθεί και αρχίσει να ενισχύεται, είναι σχεδόν βέβαια ότι θα αναδυθούν, σε απάντηση, νέα ανταγωνιστικά προς αυτήν μπλοκ για παράδειγμα με τη συμμετοχή χωρών όπως είναι το Ισραήλ, η Ελλάδα, η Κύπρος, το Μαρόκο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ινδία και η Αιθιοπία.