Οι Κρητικοί έτρωγαν πάντα το «βρισκούμενο». Σημαντικό κομμάτι της διατροφής τους καταλαμβάνουν τα προϊόντα ζωικής προέλευσης και ιδιαίτερα τα προϊόντα της αιγοπροβατοτροφίας, που ήταν και είναι η κύρια μορφή κτηνοτροφίας στο νησί, αλλά και τοελαιόλαδο, τα λαχανικά και τα όσπρια. Σύμφωνα με δεδομένα από τις εθνικές στατιστικές, η μέση κατανάλωση κρέατος ανά κάτοικο στην Κρήτη κυμαίνεται περίπου στα 50-60 κιλά ετησίως.

Οι εδαφοκλιματικές συνθήκες ευνοούσαν πάντα την εκτροφή προβάτων και αιγών, κύρια δραστηριότητα των κατοίκων στα ορεινά χωριά. Σε ό,τι αφορά τα πρόβατα, δεσπόζει η εκτροφή της φυλής Σφακίων, η οποία θεωρείται η καλύτερη από τις ορεινές φυλές προβάτων της Ελλάδας, καθώς είναι ζώο λιτοδίαιτο και ανθεκτικό, με σωματικό βάρος γύρω στα 40 κιλά και εμπορεύσιμη γαλακτοπαραγωγή που κυμαίνεται γύρω στα 150 κιλά (ή και 200-220 κιλά σε ορισμένες περιοχές). Σε ορισμένες εκτροφές έχει γίνει διασταύρωση της φυλής Σφακίων με ζώα της φυλής Χίου, με πολύ καλά αποτελέσματα από άποψη όγκου παραγωγής και προσαρμοστικότητας, ενώ αλλού τα έχουν διασταυρώσει με τις φυλές Φρισλανδίας και Lacaune, με αρκετά προβλήματα όμως στην προσαρμογή τους στις συνθήκες της Κρήτης.

Στον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη εκτρέφεται το πρόβατο των Ανωγείων και στον ορεινό όγκο των Αστερουσίων, στη νότια Κρήτη, το πρόβατο των Αστερουσίων. Είναι ζώα λιτοδίαιτα, ανθεκτικά, με σωματικό βάρος περίπου 35 κιλά και εμπορεύσιμη γαλακτοπαραγωγή που κυμαίνεται στα 40-60 κιλά, αν και πολλοί τα διασταυρώνουν με φυλή Σφακίων προκειμένου να αυξηθούν οι αποδόσεις τους.

Τα μικρόσωμα, λιτοδίαιτα πρόβατα και αίγες αξιοποιούσαν και αξιοποιούν τους φτωχούς σε βλάστηση, αλλά πλούσιους σε ποικιλία αρωματικών φυτών και βοτάνων (θύμος, φασκόμηλο κ.ά.) βοσκότοπους της Κρήτης. Οι αρωματικές ουσίες αποθηκεύονται στους μυς, αλλά κυρίως στο λίπος των ζώων. Τα συστήματα εκτροφής που έχουν ελεύθερη βόσκηση των ζώων, ο μέσος ή αργός ρυθμός ανάπτυξης των τοπικών φυλών, το μικρό σχετικά βάρος του σφαγίου (9-20 κιλά) σε φυσικές συνθήκες είναι οι λόγοι που το αρνίσιο κρέας της Κρήτης έχει αποκτήσει εξαιρετική φήμη για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του. Ακόμη και στα συστήματα σύγχρονης πάχυνσης των αρνιών, που έχουν τα τελευταία χρόνια αναπτυχθεί στο Ρέθυμνο και γενικά στην Κρήτη για να καλύψουν τις ανάγκες της αγοράς όλο το έτος, έχουν καταφέρει και παράγουν πολύ καλής ποιότητας σφάγια. Η παραγωγή γίνεται με παραδοσιακές μεθόδους, χωρίς χρήση ορμονών ή τεχνητών σκευασμάτων, διατηρώντας την αυθεντικότητα και την ποιότητα. Για τον λόγο αυτόν το αρνί της Κρήτης θεωρείται εξαιρετικά ποιοτικό και έχει μεγάλη ζήτηση τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Έχει ιδιαίτερα ευχάριστη και φυσική γεύση, που οφείλεται στην εξαιρετική διατροφή των ζώων, το κρέας είναι τρυφερό και εύκολο στο μάσημα, έχει ζωντανό ροζέ χρώμα και πυκνή υφή, ενώ σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες έχει σχετικά χαμηλή περιεκτικότητα σε λίπη, με λιγότερα κορεσμένα λιπαρά. Κατά το μαγείρεμα, οι αρωματικές ουσίες ελευθερώνονται και δίνουν μια χαρακτηριστική ευχάριστη οσμή και γεύση.

Η κατανάλωση κρέατος προβάτων και αιγών στην Κρήτη κυμαίνεται περίπου στο 60-70% της συνολικής κατανάλωσης κρέατος, ποσοστό που στο Ρέθυμνο συγκεκριμένα φτάνει το 80%, και μάλιστα ένα 15% αυτού αφορά ιδιοπαραγόμενο κρέας. Αν λάβουμε υπόψη το έθιμο με τα κανίσκια (δώρο ένα σφάγιο προβάτου ή αίγας στο ζευγάρι που παντρεύεται), η αυτοκατανάλωση σε ορισμένα χωριά ξεπερνά το 20%. Το αρνί και το ρίφι μαγειρεύονται με διάφορους τρόπους, ενώ το πρόβατο και η αίγα συνήθως γίνονται βραστά και στο ζουμί τους μαγειρεύεται ρύζι (το γνωστόπιλάφι) ή μακαρόνια (σύζουμα με ανθότυρο).

Το αρνί στο Ρέθυμνο αποτελεί εξάλλου σύμβολο φιλοξενίας και είναι κομμάτι της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου, απαραίτητο σε μεγάλες γιορτές και σε γιορτινά τραπέζια (Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστος, πανηγύρια, γάμοι κ.ά.). Οι συνταγές σε γενικές γραμμές είναι απλές, συνήθως στην κατσαρόλα με λαχανικά και μυρωδικά, όπως δάφνη, θυμάρι ή ρίγανη και λεμόνι. Χαρακτηριστικά πιάτα είναι τοκοκκινιστόκαι τοτσιγαριαστό. Όσο για το ψήσιμο, παραδοσιακά γίνεται με δύο τρόπους: είτε σε ταψί σε φούρνο ή ξυλόφουρνο (και κάποιες φορές το κρέας ακουμπάει πάνω σε κλήματα ή τυλίγεται σε λαδόκολλα) είτε σεσούβλες που στήνονται κυκλικά γύρω από τη φωτιά(το λεγόμενο και αντικριστό, που είναι όμως νεότερος όρος). Ο δεύτερος είναι ο πιο διαδεδομένος και σχεδόν αποκλειστικός τρόπος ψησίματος στον Ψηλορείτη. Η διαδικασία είναι η εξής: Το σφάγιο τεμαχίζεται σε τέσσερα κομμάτια, τα λεγόμενα γουλίδια, βρέχεται λίγο με νερό ή κρασί και στη συνέχεια αλατίζεται με μπόλικο αλάτι θαλασσινό. Το κάθε κομμάτι περνιέται σε ένα μυτερό ξύλο από μουριά, που δεν καίγεται, ή σε μια πλακέ μεταλλική σούβλα. Οι σούβλες τοποθετούνται κυκλικά γύρω από τη φωτιά και το κρέας ψήνεται για 3-4 ώρες. Το γυρίζουν μόνο μία φορά από τη μία και μία από την άλλη μεριά.