Γιατί είναι λίγες οι γυναίκες που κερδίζουν περισσότερα από τους συζύγους τους

Στα πανεπιστήμια και στην αγορά εργασίας οι γυναίκες έχουν καλύψει μεγάλο μέρος της απόστασης που τις χώριζε από τους άνδρες. Μέσα στο οικογενειακό ταμείο, όμως, η ανατροπή των παραδοσιακών ρόλων αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερη.

Οι γυναίκες αποτελούν πλέον τα τρία πέμπτα των αποφοίτων πανεπιστημίων στις ΗΠΑ και λίγο περισσότερο από το μισό των εργαζομένων με ανώτατη εκπαίδευση. Παρ’ όλα αυτά, το 2024 μόλις σε ποσοστό 30% οι Αμερικανίδες σε ζευγάρια με δύο εισοδήματα κέρδιζαν περισσότερα από τον σύζυγό τους, σύμφωνα με ανάλυση του Economist.

Η Taylor Swift αποτελεί μία εντυπωσιακή, αλλά μάλλον σπάνια, εξαίρεση. Παρότι ο Travis Kelce εξασφαλίζει περίπου 50 εκατ. δολάρια ετησίως από το NFL, τις διαφημίσεις και τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, ο Economist εκτιμά ότι το 2025 συνεισέφερε μόλις το ένα πέμπτο του συνολικού εισοδήματος του ζευγαριού.

Πέρα από τον κόσμο των διασημοτήτων, ωστόσο, η γυναίκα που φέρνει τα περισσότερα χρήματα στο σπίτι παραμένει ακόμη η εξαίρεση.

Το «σκαλοπάτι» στο 50%

Μέρος της διαφοράς εξηγείται από τους χαμηλότερους μισθούς των γυναικών, τα επαγγέλματα στα οποία απασχολούνται και τις λιγότερες ώρες αμειβόμενης εργασίας, ιδίως μετά τη γέννηση παιδιών. Τα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι δεν πρόκειται μόνο για οικονομικό πρόβλημα.

Το 2015, οι οικονομολόγοι Marianne Bertrand, Emir Kamenica και Jessica Pan είχαν εντοπίσει ένα παράξενο «σπάσιμο» στην κατανομή του οικογενειακού εισοδήματος. Ο αριθμός των ζευγαριών μειωνόταν απότομα ακριβώς μετά το σημείο στο οποίο η γυναίκα άρχιζε να κερδίζει περισσότερα από τον άνδρα.

Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι πίσω από το φαινόμενο βρίσκονται και οι παραδοσιακές αντιλήψεις για τον άνδρα ως βασικό οικονομικό στήριγμα της οικογένειας. Η αποφυγή της αντιστροφής των ρόλων φαίνεται να επηρεάζει ακόμη και τη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία, τις αποδοχές τους, την ικανοποίηση από τον γάμο και τον τρόπο κατανομής των δουλειών στο σπίτι.

Τα συμπεράσματα της μελέτης αμφισβητήθηκαν από οικονομολόγους, οι οποίοι απέδωσαν το στατιστικό «σκαλοπάτι» σε ζευγάρια που δηλώνουν ίσα εισοδήματα, εργάζονται στην ίδια οικογενειακή επιχείρηση ή ασκούν παρόμοια επαγγέλματα.

Ο Economist επανεξέτασε το ζήτημα, αναλύοντας δεδομένα 17 ετών για νέα, εργαζόμενα ζευγάρια από την American Community Survey. Το απότομο φρένο στο όριο του 50% παρέμεινε, ακόμη και όταν εξαιρέθηκαν οι αυτοαπασχολούμενοι και οι σύζυγοι που εργάζονταν στον ίδιο κλάδο ή στο ίδιο επάγγελμα.

Aλλο δηλώνουν οι κοινωνίες, άλλο κάνουν τα ζευγάρια

Στις δημοσκοπήσεις, η αποδοχή της γυναίκας ως βασικής πηγής εισοδήματος εμφανίζεται υψηλή. Το 2022 μόλις το 10% των Αμερικανών θεωρούσε ότι η υψηλότερη αμοιβή της γυναίκας ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα δημιουργούσε προβλήματα στον γάμο. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 16% στη Γερμανία και 27% στην Κίνα.

Η πραγματική συμπεριφορά των ζευγαριών, όμως, περιγράφει μια πιο σύνθετη εικόνα. Σύμφωνα με το Pew Research Center, το 2022 η γυναίκα ήταν η μοναδική ή η βασική πηγή εισοδήματος μόλις στο 16% των ετερόφυλων γάμων στις ΗΠΑ. Το ποσοστό έχει τριπλασιαστεί από το 5% του 1972, αλλά στο 55% των γάμων ο άνδρας εξακολουθεί να εξασφαλίζει το μεγαλύτερο ή ολόκληρο το εισόδημα.

Σχεδόν ισότιμη οικονομική συμμετοχή, με κάθε σύζυγο να συνεισφέρει μεταξύ 40% και 60%, καταγράφεται πλέον στο 29% των γάμων, έναντι 11% πριν από μισό αιώνα.

Η ψυχολογική πίεση στους άνδρες

Η υπέρβαση του παραδοσιακού προτύπου φαίνεται να συνοδεύεται από ψυχολογικό κόστος. Η ανάλυση του Economist δείχνει ότι οι άνδρες των οποίων η σύζυγος ή η σύντροφος φέρνει μεγαλύτερο εισόδημα έχουν περίπου 1,5 φορά μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν σοβαρή ψυχολογική δυσφορία, ακόμη και όταν συνυπολογίζονται η ηλικία, η εκπαίδευση και το συνολικό οικογενειακό εισόδημα.

Οταν η γυναίκα εξασφαλίζει τουλάχιστον το 70% του εισοδήματος, η πιθανότητα εμφανίζεται περίπου 2,5 φορές υψηλότερη. Πρόκειται για συσχέτιση και όχι για απόδειξη ότι η διαφορά στις αποδοχές προκαλεί από μόνη της τα προβλήματα ψυχικής υγείας.

Στο ίδιο συμπέρασμα είχε καταλήξει προηγούμενη μελέτη της Joanna Syrda σε περισσότερα από 6.000 αμερικανικά νοικοκυριά. Η ψυχολογική πίεση στους άνδρες βρισκόταν στο χαμηλότερο επίπεδο όταν η γυναίκα συνεισέφερε περίπου το 40% του οικογενειακού εισοδήματος. Αυξανόταν τόσο όταν ο άνδρας ήταν ο μοναδικός εργαζόμενος όσο και όταν εξαρτιόταν οικονομικά από τη σύζυγό του.

Ενδιαφέρον έχει ότι η συγκεκριμένη σχέση δεν εμφανιζόταν με την ίδια ένταση στα ζευγάρια στα οποία η γυναίκα κέρδιζε περισσότερα ήδη από την αρχή του γάμου. Η επιλογή συντρόφου και οι προσδοκίες με τις οποίες αρχίζει μια σχέση φαίνεται, επομένως, να παίζουν κρίσιμο ρόλο.

Περισσότερος μισθός, αλλά όχι λιγότερη δουλειά στο σπίτι

Το κόστος δεν περιορίζεται στους άνδρες. Οι γυναίκες που φέρνουν το μεγαλύτερο εισόδημα δηλώνουν συχνότερα χαμηλότερη ικανοποίηση από τη σχέση τους. Ενας πιθανός λόγος είναι ότι η οικονομική ανατροπή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ανακατανομή των υποχρεώσεων μέσα στο σπίτι.

Στους αμερικανικούς γάμους που η γυναίκα είναι η βασική εισοδηματίας, οι γυναίκες εργάζονται κατά μέσο όρο 42 ώρες την εβδομάδα έναντι 40,4 ωρών των συζύγων τους. Παρ’ όλα αυτά, αφιερώνουν περισσότερο χρόνο τόσο στη φροντίδα της οικογένειας όσο και στις οικιακές εργασίες.

Την ίδια στιγμή, οι άνδρες αυτών των νοικοκυριών έχουν σχεδόν εννέα επιπλέον ώρες ελεύθερου χρόνου την εβδομάδα: 29,9 ώρες, έναντι 21,1 ωρών για τις γυναίκες. Με απλά λόγια, η γυναίκα μπορεί να έχει αναλάβει τον μεγαλύτερο οικονομικό λογαριασμό χωρίς να έχει απαλλαγεί από τον παλιό λογαριασμό του σπιτιού.

Ο κίνδυνος χωρισμού

Παρόμοια ευρήματα καταγράφονται και εκτός ΗΠΑ. Μελέτη στη Γαλλία διαπίστωσε ότι, όταν η συνεισφορά της γυναίκας ξεπερνά το 55% του συνολικού εισοδήματος, η πιθανότητα χωρισμού είναι κατά 11% έως 40% υψηλότερη σε σύγκριση με τα ζευγάρια που κερδίζουν περίπου τα ίδια.

Η συσχέτιση εμφανίζεται σε γάμους, σύμφωνα συμβίωσης και ζευγάρια που συγκατοικούν, ενώ παραμένει ακόμη και στις νεότερες ηλικίες, οι οποίες θεωρητικά έχουν μεγαλώσει με περισσότερο ισότιμες αντιλήψεις για τους ρόλους των δύο φύλων. Και εδώ, πάντως, τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο εισόδημα της γυναίκας προκαλεί τον χωρισμό. Δείχνουν ότι τα ζευγάρια στα οποία ανατρέπεται το παραδοσιακό μοντέλο αντιμετωπίζουν περισσότερες πιέσεις. Η γαλλική έρευνα παρουσιάζεται από το INED.

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι η επαγγελματική επιτυχία των γυναικών βλάπτει τις σχέσεις. Είναι ότι οι οικονομικοί ρόλοι αλλάζουν ταχύτερα από τις κοινωνικές προσδοκίες. Οσο η αξία του άνδρα εξακολουθεί να συνδέεται με την ικανότητά του να «συντηρεί» την οικογένεια και η γυναίκα παραμένει υπεύθυνη για το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ποιος φέρνει περισσότερα χρήματα στο σπίτι. Είναι ότι οι υπόλοιποι ρόλοι δεν ακολουθούν.

Πηγή: Moneyreview