Φρανκ Μπιρντ: Η αντιφατική ισχύς πίσω από τις γενειάδες των ZZ Top

Φόρτωση Text-to-Speech…

Ο Φρανκ Μπιρντ, ο ντράμερ που για περισσότερο από μισό αιώνα αποτέλεσε τον σταθερό, ακριβή και «αθόρυβo» ρυθμικό πυρήνα των ZZ Top, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 77 ετών, ενώ βρισκόταν σε κατ’ οίκον φροντίδα, περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του, στο ράντσο του στο Ρίτσμοντ του Τέξας.

«Χάσαμε έναν σπουδαίο φίλο και συνεργάτη και ο κόσμος έχασε έναν από τους πιο καινοτόμους ντράμερ και έναν μεγάλο, γνήσιο γιο του Τέξας», έγραψε ο εμβληματικός Μπίλι Γκίμπονς αποχαιρετώντας τον Μπιρντ λίγα μόλις χρόνια μετά τον χαμό του «διόσκουρου» Ντάστι Χιλ, για να προσθέσει: «Το χαρακτηριστικό του backbeat ήταν καθοριστικό για να κρατά τους ZZ στην κορυφή».

Ο Μπιρντ παρότι δεν ήταν ιδρυτικό μέλος των ZZ Top, έγινε ο ντράμερ-σύμβολό τους, παίζοντας και στα 15 στούντιο άλμπουμ τους από το 1971 έως και το 2012, ενώ στο «Deguello» του 1979 είχε παίξει και σαξόφωνο.

Γεννημένος στις 11 Ιουνίου 1949 στο μικρό Φράνκστον του Τέξας, ξεκίνησε από σχολικά γκρουπ και σύντομα έγινε μέρος της μουσικής σκηνής του Ντάλας. Εκεί γνώρισε τον Ντάστι Χιλ. Οι δυο τους έπαιξαν μαζί σε διάφορα σχήματα τη δεκαετία του ’60, μεταξύ άλλων στους Warlocks που αργότερα μετονομάστηκαν σε American Blues. Εκείνη την εποχή, ακόμη και τα μακριά μαλλιά μπορούσαν να προκαλέσουν αντιδράσεις στο Τέξας. Εκείνοι όχι μόνο δεν τα έκοψαν, αλλά τα έβαψαν μπλε.

Το να μιλάς προσωπικά με τον Μπιρντ ήταν πολλές φορές μια αρκετά αποπροσανατολιστική εμπειρία. Μιλούσε με τη βαριά τεξανή προφορά του, που μπορούσε να μετατρέψει μια απλή πρόταση σε κάτι που έμοιαζε να σέρνεται σε βούρκο. Ο συνομιλητής προσπαθούσε επίσης να αποκωδικοποιήσει το επίπεδο χιούμορ του, τον ανέκφραστο συγχρονισμό και την απουσία οποιουδήποτε ορατού συναισθήματος πίσω από όλα αυτά.

Φρανκ Μπιρντ: Η αντιφατική ισχύς πίσω από τις γενειάδες των ZZ Top-1
Από αριστερά προς τα δεξιά: Μπίλι Γκίμπονς, Ντάστι Χιλ και Φρανκ Μπιρντ. Πηγή EPA.

Ενώ ο Γκίμπονς εξέπεμπε μια μυστικιστική θεατρικότητα και ο Χιλ προσέφερε ζεστασιά και σκανταλιά μαζί με τις πλούσιες, χαρακτηριστικές γενειάδες τους, ο Μπιρντ έμοιαζε (και ήταν) το πιο δυσανάγνωστο μέλος του συγκροτήματος: λιγομίλητος, παρατηρητικός και ελαφρώς εκφοβιστικός.

Η πορεία του προς τους ZZ Top δεν ήταν ευθύγραμμη. Οταν η σύντροφός του έμεινε έγκυος, παντρεύτηκαν, απέκτησαν το παιδί και για ένα διάστημα έμειναν με τους γονείς του. Αργότερα, αφού μετακόμισε με την οικογένειά του στο Χιούστον, γνώρισε τον Γκίμπονς, ο οποίος τότε έπαιζε στους Moving Sidewalks. Ο Μπιρντ μπήκε στο συγκρότημα και έφερε μαζί του τον Ντάστι Χιλ. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε ο πυρήνας των ZZ Top.

Υπό την καθοδήγηση του μάνατζερ και παραγωγού Μπιλ Χαμ, οι ZZ Top πέρασαν τα πρώτα χρόνια της καριέρας τους περιοδεύοντας ασταμάτητα. Το «ZZ Top’s First Album» του 1971 δεν μπήκε στα charts και δεν ανέδειξε κάποιο σημαντικό single, όμως το συγκρότημα έχτισε σταδιακά τη φήμη του πάνω στη σκηνή. Ο Μπιρντ θυμόταν ότι ο Χαμ φρόντιζε να τους τοποθετεί ως support σε περιοδείες μεγάλων ονομάτων που βρίσκονταν ήδη σε φθίνουσα πορεία.

«Οταν ήμασταν δεύτεροι στο πρόγραμμα, πάντα μας έβαζε σε περιοδεία με ένα συγκρότημα που είχε τελειώσει, που ετοιμαζόταν να διαλυθεί και έκανε απλώς μια περιοδεία για τα χρήματα», είχε πει. «Και βγαίναμε εκεί και τους διαλύαμε. Ετσι κάναμε με τους Mott the Hoople, τον Αλις Κούπερ, τους Deep Purple. Οπότε ο κόσμος θυμόταν εμάς».

Η μεγάλη επιτυχία ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Το «Tres Hombres» του 1974 μπήκε στο Top 10 του Billboard 200, έγινε χρυσό και περιείχε το εμβληματικό «La Grange». Το «Fandango!» του 1975 γνώρισε ανάλογη επιτυχία, χάρη και στο «Tush», το πρώτο Top 20 single των ZZ Top. Παρά την άνοδο, το συγκρότημα παρέμενε δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί από τον μουσικό Τύπο, ο οποίος συχνά το αντιμετώπιζε απλώς ως ακόμη ένα southern rock συγκρότημα.

«Ηταν πάλι εκείνο το πράγμα του “πρέπει να πας στην Καλιφόρνια, πρέπει να πας στη Νέα Υόρκη”», θυμόταν ο Μπιρντ. «Και εμείς αρνηθήκαμε να το κάνουμε».

Πίσω από την επιτυχία, όμως, ο Μπιρντ έδινε τη δική του μάχη. Οι ZZ Top έκαναν ένα σύντομο διάλειμμα μετά το «Tejas» του 1976, εν μέρει για να μπορέσει εκείνος να απεξαρτηθεί. Ο ίδιος παραδέχθηκε αργότερα ότι είχε ξοδέψει μεγάλο μέρος των χρημάτων του στα ναρκωτικά, ιδιαίτερα σε χάπια, κοκαΐνη και ηρωίνη.

«Ολα τα χρήματα τα σπατάλησα, αυτό είναι κάτι που μετανιώνω», είχε πει. «Πούλησα το αρχικό μου Ludwig kit για να αγοράσω ναρκωτικά. Κατέστρεψα σχέσεις… Στο πίσω μέρος του μυαλού μου ήξερα ότι έπρεπε να κόψω την ηρωίνη. Επρεπε να σταματήσω την κοκαΐνη. Τα είχα κάνει όλα και δεν μπορούσα να πάω παραπέρα».

Το τρίο προερχόταν από την ίδια ευρύτερη κουλτούρα που γέννησε το outlaw country, τις υπερβολές του southern rock, την κουλτούρα των μηχανόβιων, την ψυχεδέλεια και την παρατεταμένη χρήση ναρκωτικών. Ο Μπιρντ ενσάρκωνε όλα αυτά πολύ βαθύτερα απ’ όσο υποδηλώνει η μεταγενέστερη, σχεδόν καρτουνίστικη εκδοχή του συγκροτήματος.

Οταν οι ZZ Top αποσύρθηκαν από τις περιοδείες για μερικά χρόνια μετά το Worldwide Texas Tour του 1977, ο Μπιρντ ήταν σε μεγάλο βαθμό ο (σιωπηλός) λόγος αυτής της απόφασης.

Η επιστροφή τους το 1979, με το «Degüello», σηματοδότησε την αρχή μιας νέας εποχής. Το άλμπουμ έφτασε στο Νο 24 του Billboard 200 και ακολούθησε μια μακρά εμπορική κορύφωση που συνεχίστηκε στη δεκαετία του ’80 και στις αρχές των ’90s. Τα «Eliminator», «Afterburner» και «Recycler» έγιναν πολυπλατινένια, ενώ τραγούδια όπως τα «Legs», «Sleeping Bag», «Gimme All Your Lovin’» και «Sharp Dressed Man» μετέτρεψαν τους ZZ Top σε σταθερή παρουσία του MTV.

Και πίσω από αυτή τη μεταμόρφωση βρισκόταν ο Μπιρντ. Ηταν ο «ανθρώπινος μετρονόμος» του συγκροτήματος, ο άνθρωπος που κρατούσε τη μηχανή σε απόλυτο συγχρονισμό.

Φορώντας ακουστικά στη σκηνή και συγχρονίζοντας τον εαυτό του με click tracks και σχεδόν στρατιωτική πειθαρχία, κράτησε σταθερό το συγκρότημα καθώς μεταμορφωνόταν από ένα τραχύ τεξανό τρίο μπλουζ-μπούγκι σε ένα καλοκουρδισμένο συγκρότημα ροκ φουτουρισμού με συνθεσάιζερ και πιο ηλεκτρονικό ήχο στα τύμπανα (κάτι που έπραξαν και άλλες μπάντες της εποχής στα 80s, όπως οι Def Leppard, οι Dire Straits κ.ά.).

Παρά την τεχνολογική εξέλιξη της μουσικής τους, το παίξιμό του παρέμεινε βαθιά ριζωμένο στο Texas shuffle: επιφανειακά χαλαρό, αλλά με εξαιρετική ακρίβεια, κάτι που απολαύσαμε στα «Gimme All Your Lovin’», «Legs» και «Velcro Fly» με το παίξιμο του Μπιρντ να διατηρεί κάτω από τη γυαλιστερή σύγχρονη παραγωγή το βαρύ υπόστρωμα του southern blues.

Η ζωή του, ωστόσο, δεν έμεινε μακριά από περιπέτειες υγείας. Το 2002 έχασε κάποιες εμφανίσεις μετά από επείγουσα σκωληκοειδεκτομή, ενώ το 2025 αποσύρθηκε προσωρινά από περιοδεία εξαιτίας προβλημάτων που δεν έγιναν γνωστά. Πριν από λίγο καιρό οι ZZ Top ακύρωσαν αιφνιδιαστικά εμφάνιση στο Hollywood Bowl, επικαλούμενοι «ανυπέρβλητα εμπόδια», και αργότερα έγινε γνωστό ότι η αιτία ήταν η κατάσταση του Μπιρντ.

Παρά τον θάνατο του Ντάστι Χιλ το 2021, ο Μπιρντ και ο Γκίμπονς συνέχισαν να περιοδεύουν. Οι ZZ Top είχαν ήδη τιμηθεί με την ένταξή τους στο Rock & Roll Hall of Fame το 2004.

Ο Μπιρντ, πάντως, δεν υπήρξε ποτέ ο άνθρωπος που τον μαγνήτιζαν τα φώτα. Ενώ ο Γκίμπονς και ο Χιλ είχαν μετατρέψει την εμφάνισή τους σε ένα μυθολογικό δίδυμο με γένια, καπέλα και γυαλιά, ο άνευ γενειάδας… Μπιρντ παρέμενε πίσω από τα τύμπανα, ανέκφραστος και συγκεντρωμένος.

Εμοιαζε λιγότερο με διασκεδαστή και περισσότερο με έναν άνθρωπο που συγκεντρώνεται για να διατηρήσει υπό απόλυτο έλεγχο κάποια περίπλοκη μηχανική διαδικασία.

Στο ντοκιμαντέρ That Little Ol’ Band from Texas, αναφερόμενος στα περισσότερα από 50 χρόνια που πέρασε μαζί με τους Γκίμπονς και Χιλ, συνόψισε τη σχέση του με τους ZZ Top με τον χαρακτηριστικό, στεγνό τρόπο του: «Βρήκα τους ανθρώπους με τους οποίους ήθελα να παίζω. Και μπόρεσα να το κάνω αυτό από πολύ μικρή ηλικία. Είμαι ακόμη ικανοποιημένος μαζί τους. Είμαι ικανοποιημένος με τον Ντάστι και είμαι ικανοποιημένος με τον Μπίλι».

Και μετά πρόσθεσε, σχεδόν σαν αστείο: «Ποτέ δεν ήθελα να εγκαταλείψω τους ZZ Top. Και ποτέ δεν ήθελα να με απολύσουν».