Φλωρεντία: Γυναίκα που ταξιδεύει μόνη

Φόρτωση Text-to-Speech…

Ηταν Αυγούστος του 1951 στη Φλωρεντία, όταν στο λόμπι του ξενοδοχείου Μπαρτσέλι, πάνω στον ποταμό Αρνο και κοντά στην Πόντε Βέκιο, συναντήθηκαν δύο ατρόμητες Αμερικανίδες, υπεύθυνες για μία από τις πλέον ιστορικές φωτογραφίες για τη γυναικεία χειραφέτηση. Η Ρουθ Ορκιν, 30 ετών, φωτογράφος, που μόλις είχε γυρίσει από μια αποστολή στο Ισραήλ, ανάθεση του περιοδικού LIFE για να καταγράψει την Ισραηλινή Φιλαρμονική Ορχήστρα στην πρώτη της περιοδεία, και η 23χρονη καλλονή, που είχε παρατήσει τη δουλειά της και ταξίδευε για έξι μήνες μόνη στην Ευρώπη, Νίναλι «Τζινκς» Αλεν Γκρεγκ. Οι δυο τους αντάλλαξαν εμπειρίες από τα ταξίδια τους και αποφάσισαν να συνεργαστούν σε ένα φωτογραφικό πρότζεκτ. Η Ορκιν θα έλεγε, χρόνια αργότερα, ότι στο πρόσωπο της Τζινκς βρήκε το ιδανικό μοντέλο («λαμπερή και σε αντίθεση με εμένα πολύ ψηλή») για ένα φωτορεπορτάζ που ήθελε να κάνει για τις γυναίκες που ταξιδεύουν μόνες τους.

Την επόμενη ημέρα η Ορκιν φωτογράφισε την Τζινκς να ζητάει οδηγίες από τροχονόμους, να κοιτάζει με απορία τα μνημειώδη αγάλματα, να διαβάζει γράμματα από την πατρίδα και να κάνει βόλτες με αυτοκίνητο και βέσπα στην πόλη. Στις εικόνες φαίνεται πολύ κομψή, φοράει μια μακριά φούστα στο στυλ «New Look» του Dior, δερμάτινα ίσια σανδάλια και για τσάντα έχει έναν δερμάτινο τορβά για τάισμα αλόγων, καθώς και ένα πορτοκαλί σάλι στους ώμους της. Στις 22 Αυγούστου στην Piazza della Repubblica η Τζινκς διασχίζει το πεζοδρόμιο με τα βλέμματα μιας μεγάλης ομάδας ανδρών καρφωμένα πάνω της. Η γυναίκα χαμηλώνει τα μάτια και σφίγγει το σάλι πάνω στο κορμί της. Η Ορκιν τής ζητάει να ξανακάνει την ίδια διαδρομή και λέει στον νεαρό πάνω στη βέσπα να πει σε όλους να μην κοιτούν τον φακό. Αυτή η δεύτερη λήψη είναι αυτή που έμεινε στην Ιστορία ως «American Girl In Italy».

Φλωρεντία: Γυναίκα που ταξιδεύει μόνη-1
Στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου Μπαρτσέλι, η Ορκιν (αριστερά) και η Τζινκς. Για την διαμονή τους πλήρωναν ένα δολάριο την ημέρα.

Ταξιδιωτικό ρεπορτάζ

Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο Cosmopolitan όπως το είχε φανταστεί η Ορκιν, ως ταξιδιωτικό ρεπορτάζ με τίτλο «Μη φοβάστε να ταξιδέψετε μόνη», χωρίς να υπάρξουν σχόλια ή επισημάνσεις για τον όποιο συμβολισμό της εικόνας. Χρειάστηκε να περάσουν 25 χρόνια για να γίνει διάσημη η φωτογραφία και να γίνει πόστερ και σύμβολο του male gaze (του ανδρικού βλέμματος) για το φεμινιστικό κίνημα του δεύτερου κύματος (second-wave feminism) του ’70 και του ’80. Και κάπου εκεί αρχίζουν οι αμφισβητήσεις. Για τις φεμινίστριες η εικόνα οπτικοποιεί απολύτως τη γυναικεία παρενόχληση στον δρόμο, το γυναικείο σώμα ως αντικείμενο «για να το δουν, να θαυμάσουν ή να σχολιάσουν» εδραιώνοντας την ανδρική κυριαρχία στον δημόσιο χώρο. Ολα συνηγορούν προς αυτό, το σφιγμένο σάλι κοντά στο σώμα, το χαμηλωμένο βλέμμα για να μη συναντήσει κανένα ανδρικό και φανεί ως αποδοχή, η κρατημένη δυνατά στο χέρι τσάντα. Το ίδιο ισχύει και για τους άνδρες της φωτογραφίας. Οι άνδρες έχουν τα βλέμματα καρφωμένα πάνω της, κάποιοι ολοφάνερα κάτι λένε, ένας από αυτούς πιάνει ψηλά, ανάμεσα στα πόδια το παντελόνι του (και ο οποίος αργότερα θα σβήνεται από τη φωτογραφία στις δημοσιεύσεις). Οι Ορκιν και Τζινκς, όμως, υποστηρίζουν κάτι άλλο. «Δεν είναι σύμβολο παρενόχλησης. Είναι η εικόνα μιας γυναίκας που περνάει απολύτως υπέροχα! Εσφιξα το σάλι μου πάνω μου επειδή αυτό καλύπτει το σώμα. Ηταν η προστασία μου, η ασπίδα μου. Περπατούσα μέσα σε μια θάλασσα ανδρών. Απολάμβανα κάθε λεπτό», θα δηλώσει αργότερα η Τζινκς σε μία από τις συνεντεύξεις που έδωσε για τη φωτογραφία και θα συμπληρώσει: «Σε καμιά περίπτωση δεν ήμουν δυσαρεστημένη ή παρενοχλούμενη στην Ευρώπη».

Φλωρεντία: Γυναίκα που ταξιδεύει μόνη-2

Οι ενστάσεις, όμως, δεν θα σταματήσουν εκεί, σημαντικό ήταν για πολλούς το γεγονός ότι η φωτογραφία που έγινε διάσημη ήταν η δεύτερη λήψη του ίδιου γεγονότος. Η Ορκιν στο πρώτο πλάνο ήταν κάθετα στο πεζοδρόμιο με την Contax της και αποτυπώνοντας την Τζινκς, καταλαβαίνει ότι «χάνει» περισσότερο από το μισό θέμα. Ετσι τη γυρίζει πίσω να κάνει πάλι την ίδια διαδρομή ανάμεσα στους άνδρες. Η Ορκιν μεταφέρεται διαγώνια στο πεζοδρόμιο. Θυμάται η φωτογράφος σε μια μετέπειτα συνέντευξή της το 1979: «Η Τζινκς την πρώτη φορά μαζεύτηκε και φαινόταν τρομερά φοβισμένη. Της είπα να περάσει και δεύτερη φορά, “μπορεί να σε πεθαίνει, αλλά θα τα καταφέρεις”».

Αυτή η δεύτερη λήψη, που η φωτογράφος δεν έκρυψε και την αποδεικνύουν τα αρνητικά που υπάρχουν στη δημοσιότητα, ήταν η αφορμή για αρκετούς να αμφισβητήσουν τον φωτορεαλισμό της εικόνας και να τη θεωρήσουν «στημένη».

Φλωρεντία: Γυναίκα που ταξιδεύει μόνη-3
Από το road trip με το ποδήλατό της για να δει την Διεθνή έκθεση στην Νέα Υόρκη. Φωτογραφία απο την Ουάσιγκτον.

Οι άφαντες Ιταλίδες

Η όλη κριτική, φυσικά, γίνεται υπό την οπτική του σήμερα, αγνοώντας το γεγονός ότι μιλάμε για το 1951. Η Ιταλία όπως και όλη η Ευρώπη προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της από τις καταστροφικές συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και αν για τους πλούσιους Αμερικανούς μετά το τέλος του σχολείου ήταν πολύ συνηθισμένο και επιβεβλημένο ένα ταξίδι στην Ευρώπη για αρκετούς μήνες, ήταν απίθανο να βρεις μια νεαρή γυναίκα να ταξιδεύει μόνη της, πόσο μάλλον μια καλλονή ύψους 1,83, ντυμένη εντελώς αντισυμβατικά και με μια ελευθερία που ήταν ανήκουστη για τα ήθη της εποχής. Στην κεντρικότατη Piazza della Repubblica δεν υπάρχει ούτε μία Ιταλίδα, είναι πρωί και όλες βρίσκονται στο σπίτι, ετοιμάζοντας το φαγητό της οικογένειας. Οσο για τη Ρουθ Ορκιν, ήθελε να κάνει ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ για τις γυναίκες που ταξιδεύουν μόνες όπως η ίδια, όπως η Τζινκς. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε το 1952 σε γυναικείο περιοδικό χωρίς καμία αντίδραση, χωρίς να κριθεί απειλητική, αλλά σαν μια καθημερινή κατάσταση για τις γυναίκες. Επρεπε το φεμινιστικό κίνημα να την εντάξει στο σημερινό της πλαίσιο. Την κατακλείδα σε όλα αυτά δίνει η κόρη της Ρουθ Ορκιν, Μέρι Ενγκελ, που μίλησε στην «Κ». «Το έργο της μητέρας μου, “American Girl in Italy”, ξεπερνά τα όρια της φωτογραφίας – είναι ένα πολιτισμικό τεκμήριο που αποτύπωσε μια καθοριστική στιγμή για τον τρόπο που έβλεπαν τις γυναίκες, αλλά και για το πώς έβλεπαν οι ίδιες τον εαυτό τους. Τρία τέταρτα του αιώνα μετά, το έργο αυτό εξακολουθεί να μιλάει για την ανεξαρτησία, την αυτοπεποίθηση και την ελευθερία μιας γυναίκας που κινείται στον κόσμο αποκλειστικά με τους δικούς της όρους. Για μένα, η αποκάλυψη της πρώτης λήψης έχει επίσης μεγάλη σημασία, καθώς ολοκληρώνει μια ιστορία που ξεκίνησε πριν από 75 χρόνια και προσφέρει μια πρωτοφανή ματιά στην καλλιτεχνική ματιά της Ρουθ και στη μαγεία εκείνου του πρωινού στη Φλωρεντία. Ολα αυτά τα χρόνια μετά, νιώθω ακόμη περήφανη για όλα όσα έχει σημάνει αυτή η φωτογραφία για τόσο πολλούς ανθρώπους».

Φλωρεντία: Γυναίκα που ταξιδεύει μόνη-4
Η εκτύπωση των αρνητικών που δείχνει την σειρά των φωτογραφιών.
Φλωρεντία: Γυναίκα που ταξιδεύει μόνη-5
Η Ρουθ Ορκιν σε μια από τις φωτογραφικές αποστολές της το 1947.

Η Nouvelle Vague και οι κλειστές πόρτες

Ηθελε να γίνει σκηνοθέτις. Κόρη της ηθοποιού του βωβού κινηματογράφου Μέρι Ρούμπι, η Ρουθ Ορκιν μεγάλωσε μέσα στα στούντιο του Χόλιγουντ. Στα 10 της χρόνια απέκτησε την πρώτη φωτογραφική μηχανή και μέχρι την ηλικία των 12 ήξερε να εμφανίζει φιλμ και να εκτυπώνει τις φωτογραφίες μόνη της. Ηταν μόλις 17 ετών όταν αποφάσισε να κάνει ένα road trip με το ποδήλατό της και έφυγε από το Λος Αντζελες για να βρεθεί στην Παγκόσμια Εκθεση της Νέας Υόρκης του 1939, με το ταξίδι της να γίνεται θέμα στις εφημερίδες της εποχής. Ξεκινά να δουλεύει για το στούνιο MCM και κατετάγη στο γυναικείο τμήμα του Army Corps (WAAC) το 1941 με την προοπτική να εκπαιδευθεί στην κινηματογράφηση. Τόσο ο στρατός όσο και το σωματείο σκηνοθετών αρνούνται να τη δεχτούν λόγω φύλου. Αρχίζει να δουλεύει για μεγάλα περιοδικά και επιστρέφοντας από την Ευρώπη γνωρίζει τον μετέπειτα σύζυγό της, επίσης φωτογράφο, Μόρις Ενγκελ. Μαζί του κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. Σκηνοθετούν μαζί την ταινία «Μικρός φυγάς» – «δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα τι κάναμε» θα παραδεχθεί ο Ενγκελ. Η ταινία κερδίζει έναν Αργυρό Λέοντα και μία υποψηφιότητα από την Ακαδημία. Ο Φρανσουά Τριφό θα πει ότι του άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία της ταινίας του «400 Χτυπήματα» και σηματοδότησε την αρχή της Nouvelle Vague. Ακολούθησε μία ακόμη ταινία, το «Lovers and Lollipops» που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Κινηματογράφου. Το ζευγάρι μετακομίζει σε ένα διαμέρισμα με θέα το Σεντραλ Πάρκ και η Ορκιν μεγαλώνοντας τα παιδιά της συνεχίζει να φωτογραφίζει από το παράθυρό της. Θα εκδώσει δύο βιβλία με τις φωτογραφίες αυτές. Σε μια παρουσίαση θα πει: «Πολλοί θεωρούν ότι είμαι μια νοικοκυρά που φωτογραφίζει από το παράθυρό της, αλλά δεν γνωρίζουν ότι έχω υπάρξει φωτορεπόρτερ». Εφυγε από τη ζωή το 1985 έπειτα από μάχη με τον καρκίνο στην ηλικία των 64 ετών, αφήνοντας πίσω ένα πλούσιο αρχείο με φωτογραφίες καθημερινών ανθρώπων, πορτρέτα διάσημων ηθοποιών και σπουδαίων μουσικών όπως ο Μπέρνσταϊν και ο Μητρόπουλος, και δύο ταινίες – όπως ονειρεύτηκε.