Εύα Μαρί Σεντ (1924-2026): Ελαμπε δίπλα στη λάμψη ιερών τεράτων

Φόρτωση Text-to-Speech…

Στο πολυτελές βαγόνι-εστιατόριο του εξπρές «20th Century Limited», που συνδέει τη Νέα Υόρκη με το Σικάγο, ο ρυθμικός κλυδωνισμός του τρένου λειτουργεί ως προοίμιο μιας αργής «αποπλάνησης». Φορώντας ένα αυστηρό σκούρο ταγέρ, η Ιβ Κένταλ αποκαλύπτει στον Ρότζερ Θόρνχιλ πως έδωσε φιλοδώρημα πέντε δολαρίων στον σερβιτόρο για να τον φέρει στο τραπέζι της, εκτοξεύοντας κοφτερές ατάκες που ηλεκτρίζουν την ατμόσφαιρα σαν επερχόμενη καταιγίδα. Λίγο αργότερα, εκείνος ανάβει το τσιγάρο της με ένα σπίρτο. Εκείνη φέρνει το χέρι του κοντά στα χείλη της και σβήνει το σπίρτο φυσώντας το. Ακόμη και όταν αργότερα πέφτει στην αγκαλιά του, παραμένει αινιγματική και απροσπέλαστη, ενσαρκώνοντας μία από τις πιο γοητευτικές παραλλαγές της κινηματογραφικής μοιραίας γυναίκας.

Στους παλαιούς, πιστούς φίλους της έβδομης τέχνης, η παραπάνω εικόνα φέρνει αμέσως στον νου την Εύα Μαρί Σεντ στη χαρακτηριστική σκηνή του τρένου με τον Κάρι Γκραντ, στο κλασικό αριστούργημα του Αλφρεντ Χίτσκοκ «Στη σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» («North by Northwest», 1959). Ηταν ο ρόλος που την καθιέρωσε, λίγα μόλις χρόνια αφότου είχε συγκλονίσει το παγκόσμιο κοινό στο ντεμπούτο της στο «Λιμάνι της αγωνίας» (1954).

Στις 6 Οκτωβρίου, η Εύα Μαρί Σεντ, μία από τις τελευταίες πρωταγωνίστριες της «χρυσής εποχής» του Χόλιγουντ και η γηραιότερη που είχε τιμηθεί με Οσκαρ, άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της στο Λος Αντζελες, σε ηλικία 102 ετών.

Γεννημένη στις 4 Ιουλίου του 1924 στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, μεγάλωσε στους κόλπους μιας οικογένειας Κουάκερων, στοιχείο που επηρέασε την ανατροφή και τις αξίες της. Αρχικά σκόπευε να γίνει δασκάλα, όμως κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Πανεπιστήμιο Bowling Green στο Οχάιο ανακάλυψε τη μαγεία της σκηνής. Μετακομίζοντας στη Νέα Υόρκη, εργάστηκε στο ραδιόφωνο και στη ζωντανή τηλεόραση της εποχής, ενώ παράλληλα μαθήτευσε στο περίφημο Actors Studio δίπλα στον Λι Στράσμπεργκ – έναν από τους σημαντικότερους δασκάλους της αμερικανικής Μεθόδου (Method acting), μιας προσέγγισης της υποκριτικής που αξιοποιεί την προσωπική εμπειρία και τη συναισθηματική μνήμη του ηθοποιού.

Το 1953, η ερμηνεία της στο Μπρόντγουεϊ στην παράσταση «The Trip to Bountiful», δίπλα στη θρυλική Λίλιαν Γκις, τράβηξε την προσοχή του Ελία Καζάν, ο οποίος αναζητούσε ένα φρέσκο πρόσωπο για τον ρόλο της Ιντι Ντόιλ στο «Λιμάνι της αγωνίας» («On the Waterfront», 1954), την αδελφή ενός λιμενεργάτη που έχει δολοφονηθεί, η οποία ερωτεύεται τον πρώην πυγμάχο Τέρι Μαλόι, τον οποίο υποδυόταν ο Μάρλον Μπράντο. Στα 29 της, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, στην πρώτη της κιόλας κινηματογραφική εμφάνιση, στάθηκε πανάξια δίπλα σε ένα ιερό τέρας και τιμήθηκε με Οσκαρ Β΄ γυναικείου ρόλου.

Παρότι το Χόλιγουντ έσπευσε να την τυποποιήσει σε ρόλους εύθραυστων, ηθικών γυναικών (όπως στο συγκλονιστικό δράμα «Ενα καπέλο γεμάτο βροχή» (1957) του Φρεντ Τσίνεμαν, όπου υποδύθηκε τη σύζυγο ενός βετεράνου του πολέμου της Κορέας εθισμένου στη μορφίνη, και στο επικό «Οσα δεν σβήνει ο χρόνος» (1957) δίπλα στον Μοντγκόμερι Κλιφτ και στην Ελίζαμπεθ Τέιλορ), ο Χίτσκοκ είδε σε αυτήν κάτι διαφορετικό, μεταμορφώνοντας την ηθοποιό δραμάτων σε αινιγματική femme fatale. Οπως θυμόταν η ίδια, ο Χίτσκοκ της είπε ότι δεν ήθελε να την ξαναδεί σε ταινία με σκηνές γυναικών «πάνω από τον νεροχύτη»: οι θεατές, τής εξήγησε, έβλεπαν ήδη αρκετούς νεροχύτες στο σπίτι τους. Παράλληλα, της ζήτησε να χαμηλώσει τη φωνή της και επέλεξε προσωπικά τα ρούχα της σε επίσκεψη στο πολυκατάστημα Bergdorf Goodman της Νέας Υόρκης.

Η αρχική ατάκα της στη σκηνή του τρένου «δεν κάνω ποτέ έρωτα με άδειο στομάχι» ντουμπλαρίστηκε στο τελικό μοντάζ λόγω λογοκρισίας σε «δεν συζητώ ποτέ για έρωτα με άδειο στομάχι» – αν και η κίνηση των χειλιών της στην οθόνη εξακολουθεί να προδίδει την πρώτη φράση. Οπως είχε πει η ίδια χρόνια αργότερα για εκείνη τη συνεργασία της με τον Γκραντ: «Πίστευα πως το “North by Northwest” ήταν όσο πιο σέξι γίνεται, και ας φορούσαμε όλα μας τα ρούχα».

Το 1960 βρέθηκε στην Κύπρο και στο Ισραήλ για τα γυρίσματα της επικής «Εξόδου» του Οτο Πρέμινγκερ, συμπρωταγωνιστώντας με τον Πολ Νιούμαν, ενώ το 1966 έλαμψε στο «Grand Prix» του Τζον Φρανκενχάιμερ, δίπλα στον Ιβ Μοντάν. Από τη δεκαετία του ’70 και μετά στράφηκε ξανά στο θέατρο και στην τηλεόραση, ένα μέσο στο οποίο είχε ήδη διακριθεί από τη δεκαετία του 1950. Συνολικά συγκέντρωσε πέντε υποψηφιότητες για Emmy, κερδίζοντας το βραβείο το 1990 για τη μίνι σειρά «People Like Us». Εμφανίστηκε επίσης στη δημοφιλή σειρά «Moonlighting», στον ρόλο της μητέρας της Σίμπιλ Σέπερντ.

Στον κινηματογράφο επέστρεφε επιλεκτικά, με αξιομνημόνευτες παρουσίες ως μητέρα του Τομ Χανκς στο «Ετσι είναι η ζωή» («Nothing in Common», 1986) και ως θετή μητέρα του Κλαρκ Κεντ στο «Superman: Η επιστροφή» (2006). Το 2014 εμφανίστηκε στην ταινία «Μια χειμωνιάτικη ιστορία» («Winter’s Tale»), σε έναν από τους τελευταίους κινηματογραφικούς ρόλους της. Συνέχισε επίσης να εργάζεται ως ηθοποιός φωνής, υποδυόμενη την ηλικιωμένη Κατάρα στη σειρά κινουμένων σχεδίων «The Legend of Korra».

Παρέμεινε μέχρι το τέλος βαθιά αυτοσαρκαστική, αντιμετωπίζοντας με χιούμορ τον χρόνο και τον ίδιο της τον μύθο. Στις 4 Μαρτίου 2018, στα 94 της, ανέβηκε στη σκηνή του Dolby Theatre για την 90ή τελετή απονομής των βραβείων Οσκαρ, γνωρίζοντας την αποθέωση. Κοιτάζοντας την αίθουσα που είχε σηκωθεί όρθια για να την τιμήσει, είπε: «Μόλις συνειδητοποίησα κάτι: είμαι γηραιότερη από την Ακαδημία!».