Ερουρέμ, μια ανορθόδοξη αυτοβιογραφία σαν συλλογή εμπειριών

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΛΑΜΑΣ
Ερουρέμ
εκδ. Νήσος, σελ. 330

Το βιβλίο του συγγραφέα και πανεπιστημιακού Δημήτρη Γιαλαμά, με τον χαρακτηριστικό όσο και αινιγματικό τίτλο Ερουρέμ, δεν είναι απλά η αφήγηση των αναμνήσεων μιας ζωής πλούσιας σε εμπειρίες, όπως όλα τα αξιόλογα βιβλία του αυτοβιογραφικού είδους. Οι δικές του περιπλανήσεις στον κόσμο των μικρών και μεγάλων ταξιδιών, της ποίησης, της μουσικής, της ιστορίας, είναι υφασμένες με τις κλωστές του ποικίλου και του απροσδόκητου. Το βιβλίο μεταδίδει ολοζώντανα την αίσθηση εκείνης της πρωτόφαντης δίψας για αναζήτηση που είχε καταλάβει τους νέους ανθρώπους της δεκαετίας του 70 και του 80, χρόνια της δικτατορίας και πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, όταν ο Γιαλαμάς, ξεκινώντας από την εργατική τότε γειτονιά του στο Περιστέρι άρχισε να εξερευνά φανατικά τον κόσμο γύρω του, και να ανακαλύπτει πόσο αυτός ο κόσμος εκφράζεται στην ποίηση, στην παραδοσιακή μουσική, στο ρεμπέτικο, στην προφορική και γραπτή ιστορία των προγόνων του από τη Μάνη και τη Μεσσηνία. Ιχνηλατούσε όλα εκείνα τα «απαγορευμένα» του τόπου μας, που οι παλιότεροι κρατούσαν καλά κρυμμένα: τις ιστορίες ζωής στην αντίσταση και το αντάρτικο, τις φυλακές της Κέρκυρας, την προσφυγιά στην Τασκένδη αλλά και την ανατρεπτική ποίηση ενός Εμπειρίκου και ενός Σαχτούρη, του πιο αγαπημένου του ποιητή.

Η ματιά του Γιαλαμά είναι στραμμένη στην καθημερινότητα, στην «μικροϊστορία», στα πρόσωπα και τις πράξεις των αφανών που συνθέτουν το μεγάλο σύνολο. Με τον ίδιο τρόπο περιπλανιέται στο περιβάλλον των «δασκάλων» του ποιητών που γνώρισε. Και με την ίδια στοργή γράφει για το πρωτοποριακό συγκρότημα «Δυνάμεις του Αιγαίου» (1980), του οποίου υπήρξε συνιδρυτής και στιχουργός μαζί με τον δια βίου φίλο του Χρήστο Τσιαμούλη και άλλους μουσικούς. Το συγκρότημα θεωρούνταν τότε πρωτοποριακό, όπως και ορισμένα άλλα της εποχής, γιατί μετάγγιζε έναν αναζωογονητικό λυρισμό, κράμα παράδοσης και σύγχρονης ανησυχίας και ευαισθησίας στο ελληνικό τραγούδι.

Την ίδια εποχή θήτευσε κι αυτός στην τέχνη του μπαγλαμά και της ταραμπούκας ―τα τουμπερλέκια, όπως τα έλεγε η μεγάλη Ρόζα―. Δασκαλός του στην ταραμπούκα ήταν ο μπαρμπα-Μαθιός Μπαλαμπάνης, στην ίδια σειρά με άλλους θρύλους της παραδοσιακής μουσικής, όπως ο Στέφανος Βαρτάνης, ο Ματθαίος Βεντούρης. Γνώρισε κι άλλους όσο έπαιζε για το φοιτητικό χαρτζηλίκι του σε στέκια της νύχτας, ή στο «Αμάν-Αμάν», στην οδό Πατησίων και Καλλιφρονά. Ο Διονύσης Σαββόπουλος, ήταν αυτός που έδωσε επίσημα στο συγκρότημα το όνομα «Δυνάμεις του Αιγαίου» και αργότερα βοήθησε να βγει ο πρώτος δίσκος τους στη ΛΥΡΑ το 1985.

Τα βήματά του Γιαλαμά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80 τον έφεραν, όπως και άλλους νέους, στην ανακάλυψη της Μοναστικής πολιτείας στον Άθω. Πρωτοπήγε με τον Τσιαμούλη το 1981, και ξαναπήγε πάρα πολλές φορές μέχρι και πρόσφατα. Στην εκτενή αφήγησή του απουσιάζει εκκωφαντικά αλλά και υπονομεύεται το σύνηθες ιδεολογικο-θρησκευτικό πλαίσιο. Το δικό του ενδιαφέρον δεν είχε να κάνει με τη «νεορθοδοξία», που τότε απέκτησε πιστούς, κυρίως προερχόμενους από τα παρισινά ελληνικά στέκια. Ο Γιαλαμάς εστίασε στους ανθρώπους του Άθω, λόγιους και μη, ιδιόρρυθμους και ξεχωριστούς Ελληνες και ξένους, και τις μικρές ιστορίες που τους οδήγησαν εκεί. Σκιαγραφεί με αδρές γραμμές αγαπημένα του πρόσωπα, μοναχούς με τους οποίους μοιράστηκε κοινά ενδιαφέροντα για την τέχνη, τη ζωγραφική, τη μουσική, αλλά και την τέχνη της ίδιας της ζωής χωρίς καλολογικά ψιμύθια.

Όλα δένονται γλυκά στην αφήγηση του Γιαλαμά. Πρώτος στη σειρά και εγκάρδιος φίλος του είναι ο Ιουστίνος Σιμωνοπετρίτης, εκείνος που ίδρυσε την συλλογή φωτογραφιών, τη «Φωτοθήκη» του Αγίου Όρους· αλλά είναι και ο Μοναχός Ιερόθεος από το Ναύπλιο, τέως ναυτικός και άνθρωπος του λιμανιού, τον οποίο ο γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης, φωτισμένος λόγιος και ηγούμενος της μονής Σταυρονικήτα, αποκαλούσε «καλογερόμαγκα».

Τα ταξίδια του Γιαλαμά στο Άγιον Όρος εξελίχθηκαν σε συστηματική μαθητεία στην επιστήμη της παλαιογραφίας και της μεταβυζαντινής ιστορίας. Εκεί γνώρισε τον περίφημο Ρώσο βυζαντινολόγο Φόνκιτς, έγινε μαθητής του και τελικά πήγε στη Μόσχα και άρχισε να κάνει τη διατριβή του το 1985. Χάρη σ’ αυτήν την αποδημία θα γίνει αργότερα και ο ίδιος καθηγητής ελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ και μορφωτικός σύμβουλος στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας. Θα συνέχιζε τα ταξίδια στον Άθω, και τις φιλίες του. Αργότερα, στη Μόσχα, θα συνεργάζονταν με τον Γέροντα Βασίλειο για ένα λεπτό ζήτημα, για να περιέλθει ξανά το μετόχι της Μονής Ιβήρων της Κόκκινης Πλατείας, στην αρχική του δικαιοδοσία.

Ο πρωτεϊκός και πολυτάλαντος Γιαλαμάς, διάλεξε για τίτλο του βιβλίου του την λέξη «Ερουρέμ». Το «ερουρέμ» παραπέμπει στο ισοκράτημα, την τεχνική της βυζαντινής ψαλτικής όπου ένας ψάλτης ή όλοι οι ιεροψάλτες του χορού παράγουν αδιάκοπα έναν ήχο (τόνο) ως αμετάλλαχτο φόντο, ενώ η κύρια μελωδία ψάλλεται από τον επικεφαλής χοράρχη (πρωτοψάλτη ή λαμπαδάριο). Τέτοια ισοκρατήματα ονομάζονται επίσης τα τεριρέμ, τορορό κλπ., αλλά κι ένα όργανο μπορεί «να κρατήσει το ίσο» όπως η γλυκιά θρακιώτη λύρα ή η γκάιντα και ο ζουρνάς. Στο βιβλίο του Γιαλαμά θα έλεγα ότι το ισοκράτημα ακούγεται στην πολύτιμη «μικρή ιστορία» των αφανών, που φέρνει την ανακουφιστική αίσθηση της συνέχειας και τη μεγάλη κατάφαση στη ζωή, ενώ η μελωδία, η διαδοχή από ποικίλους μουσικούς ήχους, στήνει μαζί του ένα διάλογο και μια γόνιμη σχέση αντίθεσης και ευεξίας, όπως ο ομοιόμορφος αλλά σταθερός φράχτης γύρω από έναν πολύμορφο κήπο.

Οι σελίδες του Γιαλαμά για την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Γαράντζα της Μεσσηνίας και την Αρεόπολη (την επί τουρκοκρατίας Τζίμοβα), έχουν κάτι ανεπαίσθητο από εκείνο το άρωμα των ιστοριών που συναντάμε στα περιπετειώδη «χρονικά» του τόπου μας, συνήθως ανώνυμα, που στολίζουν ανακουφιστικά την αφόρητα δύσκολη πραγματικότητα που ζούσε ένας λαός μέσα στην φτώχεια, την στέρηση, την απειλή και τον φόβο για την επαύριο. Δεν λείπουν βέβαια οι βεντέτες, καθώς κι εκείνοι που φόρεσαν τη στολή του χωροφύλακα, γνωστές δυσοίωνες μορφές στο πανελλήνιο, αλλά όχι λιγότερο συνάνθρωποι και συμμέτοχοι στην κοινή μοίρα της φτώχειας και των απαραίτητου συνοδευτικού της, του μίσους πριν ή μετά την καλοσύνη.

Στην τραχιά Μάνη η μητέρα του Γιαλαμά έφτιαχνε «σαλάτα πορτοκάλια» με λάδι, κρεμμύδι και πράσινα μυρωδικά. Αυτή η εμπνευσμένη συνταγή της ανάγκης έχει διαλεχτή θέση στο βιβλίο και στην καρδιά μας: είναι σαν να ανακατέβεις, σε ένα πιάτο, φώς και δύναμη, χρώμα και αντίσταση, ένα κράμα πολυβιταμινούχας ομορφιάς που κρατά τον άνθρωπο στη ζωή, γιατί της δίνει αξία. Αυτή η ομορφιά στο κάθε τι που είναι απλό, σχεδόν στοιχειώδες αλλά είναι εμπνευσμένο από την ανάγκη και την καλή καρδιά, φωτίζει πολλές σελίδες του βιβλίου. Αυτό νιώθουμε όταν ο Γιαλαμάς αφηγείται τη γνωριμία του με τον Χρίστο Τσιαμούλη, πρώτο του σύντροφο στα καλλιτεχνικά σκιρτήματα. Το ίδιο συμβαίνει με την αφήγηση για τον δάσκαλό του στην ποίηση και στον στίχο, τον Μάνο Ελευθερίου ― και βέβαια στις συναντήσεις του με τον Μίλτο Σαχτούρη, αγαπημένο του Γιαλαμά, και άλλους ποιητές την πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Τάκη Σινόπουλο, τον Νίκο Γκάτσο, τον Μάνο Χατζηδάκη, κι ακόμη τον Σίμωνα Καρά, πρώτο και μέγιστο δάσκαλο και ερευνητή της παραδοσιακής μουσικής στην Ελλάδα· και τη Ρόζα Εσκενάζη την γνώρισε στο λεωφορείο 143 προς Περιστέρι-Ανθούπολη και έγιναν περιστασιακά συνοδίτες και συνομιλητές, καθώς έκαναν καιρό την ίδια διαδρομή προς τα σπίτια τους.

Προχωρώντας στην ανάγνωση αυτού του βιβλίου, αισθανόμουν «κάτι πλούσιο και παράξενο» να συμβαίνει εδώ, όπως θα λεγε ο Σαββόπουλος. Ίσως οφείλεται στο ότι ο αφηγητής αντιμετωπίζει την ιστορία της ζωής του με έναν τρόπο ανορθόδοξο, σαν συλλέκτης. Μέσα στην πληθώρα των γεγονότων στη ζωή ενός νέου που διψά για νόημα, έκφραση και φιλία, κι ενώ ανακαλύπτει κόσμους, δεν σταματά αλλά συνεχίζει να ψάχνει με το ίδιο πάθος, τόσο επίμονα όσο ένας συλλέκτης.

Στο Επίμετρο του βιβλίου μαθαίνουμε ότι ο Γιαλαμάς είναι όντως συλλέκτης χειρογράφων, δίσκων γραμμοφώνου 78 στροφών, παλιότερων από το βινύλιο, από την Ελλάδα, τη Ρωσία, κι άλλες χώρες της Ευρώπης, ακόμη και των σπανιότατων εκείνων δίσκων της γαλλικής εταιρείας Πατέ, που γράφτηκαν στις αρχές του αιώνα με τη μέθοδο της κατακόρυφης χάραξης και μόνιμη ακίδα από σμαράγδι. Διαβάζουμε για άγνωστα αλλά φημισμένα στον καιρό τους ονόματα της ρωσικής εμιγκράτσιας, και τις απίστευτες ιστορίες τους, που χαράσσονται κι αυτές με τον πολύτιμο λίθο της αγάπης, της έρευνας, του συνεχούς μόχθου και του πάθους που χαρακτηρίζει αυτό το βιβλίο. Ο Β’ τόμος του θα αναφέρεται στις τύχες της ελληνικής παρουσίας στη σοβιετική και μετασοβιετική Ρωσία, που του οφείλει πάρα πολλά: νεοελληνικές σπουδές στο Λομονόσωφ, μεταφράσεις και λαμπρές εκδόσεις ελλήνων συγγραφέων, γιορτές προς τιμήν Ελλήνων ποιητών όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, με τη συμμετοχή του αδελφικού φίλου αρχιμουσικού Θεόδωρου Κουρεντζή, και πολλά άλλα.

* Η κ.Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου είναι ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.