ΕΚΤ: Η Σνάμπελ ζητά νέες αυξήσεις επιτοκίων – Με τα σημερινά επίπεδα ο πληθωρισμός δεν επιστρέφει στον στόχο


Σαφές μήνυμα ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν έχει τελειώσει με τις αυξήσεις των επιτοκίων στέλνει η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, προειδοποιώντας ότι ο συνδυασμός της ενεργειακής κρίσης που προκαλεί η παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και μιας απροσδόκητα ανθεκτικής ευρωπαϊκής οικονομίας δημιουργεί έναν νέο, επίμονο πληθωριστικό κίνδυνο.

Το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ εκτιμά ότι, με τα επιτόκια στα σημερινά επίπεδα, ο πληθωρισμός δύσκολα θα επιστρέψει στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα. Και προειδοποιεί ότι εάν η Φρανκφούρτη περιμένει μέχρι οι αυξήσεις των τιμών της ενέργειας να περάσουν στους μισθούς, θα έχει ήδη καθυστερήσει.

«Στο σημερινό επίπεδο του επιτοκίου πολιτικής, ο πληθωρισμός είναι απίθανο να επιστρέψει στον στόχο μεσοπρόθεσμα και, επομένως, θα χρειαστεί περαιτέρω σύσφιγξη», δήλωσε η Σνάμπελ στο Bloomberg.

Σχεδόν «κλειδωμένη» η αύξηση του Σεπτεμβρίου

Το μήνυμα έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή για την ΕΚΤ, η οποία ήταν η πρώτη από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες που αντέδρασε στον πληθωριστικό αντίκτυπο του πολέμου με το Ιράν αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.

Η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου αντιμετωπίζεται πλέον ως το επόμενο κρίσιμο ορόσημο. Οι επενδυτές προεξοφλούν σχεδόν πλήρως μία ακόμη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, η οποία θα ανεβάσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%.

Και πιθανότατα δεν θα είναι η τελευταία.

Οι αγορές βλέπουν ακόμη μία αύξηση έως την άνοιξη του 2027, με πιθανότητα να πραγματοποιηθεί ακόμη και τον Δεκέμβριο. Η ίδια η Σνάμπελ απέφυγε να προσδιορίσει πόσο ψηλότερα πρέπει να φθάσουν τα επιτόκια, σημειώνοντας ότι οι αγορές φαίνεται να κατανοούν «πολύ καλά» τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά η ΕΚΤ στα οικονομικά δεδομένα.

Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο το πετρέλαιο

Η μεγαλύτερη ανησυχία παραμένει ο πληθωρισμός, ο οποίος επιταχύνθηκε στο 2,9% τον Ιούλιο.

Η Σνάμπελ εκτιμά ότι η αύξηση των τιμών καταναλωτή είναι πιθανό να παραμείνει πάνω από το 2% για «παρατεταμένη περίοδο», καθώς το ενεργειακό σοκ από τη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να περνά στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Και το πρόβλημα, όπως προειδοποιεί, δεν περιορίζεται πλέον στο πετρέλαιο.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το φυσικό αέριο, καθώς τα χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων στην Ευρώπη καθιστούν την αγορά περισσότερο ευάλωτη σε νέες αναταράξεις.

«Αυτό δημιουργεί ουσιαστικούς ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό», τόνισε. Όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οι ανατιμήσεις στην ενέργεια να περάσουν βαθύτερα στην οικονομία, επηρεάζοντας το κόστος παραγωγής, τις τιμές και τελικά τους μισθούς.

Ο φόβος του δεύτερου γύρου

Αυτό ακριβώς είναι το σενάριο που θέλει να προλάβει η ΕΚΤ: τις λεγόμενες δευτερογενείς επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ.

Εάν οι εργαζόμενοι αρχίσουν να διεκδικούν μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών για να αντισταθμίσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης και οι επιχειρήσεις μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στις τιμές, μια αρχικά εξωτερική ενεργειακή κρίση μπορεί να μετατραπεί σε πολύ πιο επίμονο εγχώριο πληθωρισμό.

Η Σνάμπελ προειδοποιεί ότι η αναμονή μέχρι να εμφανιστούν καθαρά αυτές οι επιπτώσεις θα άφηνε την ΕΚΤ «πίσω από την καμπύλη».

Και τότε, όπως επισημαίνει, η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια ακόμη περισσότερο για να ανακτήσει τον έλεγχο.

Η έκπληξη έρχεται από την οικονομία

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος που επιτρέπει στην ΕΚΤ να εξετάζει νέες αυξήσεις: η Ευρωζώνη αντέχει πολύ καλύτερα από όσο αναμενόταν.

Η οικονομία της ζώνης του ευρώ αναπτύχθηκε κατά 0,4% το δεύτερο τρίμηνο, έπειτα από στασιμότητα στις αρχές του 2026, ενώ τα τελευταία στοιχεία έδειξαν ότι και η γερμανική οικονομία αναπτύχθηκε περισσότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις.

«Η οικονομία εξακολουθεί να είναι ισχυρότερη από ό,τι αναμενόταν και τα εισερχόμενα στοιχεία έχουν επανειλημμένα εκπλήξει θετικά», ανέφερε η Σνάμπελ.

Στους παράγοντες που στηρίζουν την ανάπτυξη περιλαμβάνει τη δημοσιονομική πολιτική, την αύξηση των αμυντικών δαπανών και την παγκόσμια έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.

Οι δείκτες οικονομικού κλίματος υποδηλώνουν μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια, ότι η ανάπτυξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δυναμική. Σε σχέση με τις προβλέψεις της ΕΚΤ τον Ιούνιο, η Σνάμπελ θεωρεί πλέον ότι οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη γέρνουν ελαφρώς προς τα πάνω.

Πόσο ψηλά μπορούν να φθάσουν τα επιτόκια

Το μεγάλο ερώτημα είναι πλέον εάν η ΕΚΤ θα χρειαστεί να οδηγήσει τα επιτόκια πέρα από το λεγόμενο «ουδέτερο» επίπεδο και σε μια ζώνη όπου αρχίζουν να φρενάρουν ενεργά την οικονομική δραστηριότητα.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, έχει υποδείξει ότι το 2,5% αποτελεί σήμερα το άνω όριο της περιοχής στην οποία τα επιτόκια θεωρούνται περίπου ουδέτερα.

Εάν λοιπόν η αύξηση του Σεπτεμβρίου πραγματοποιηθεί όπως περιμένουν οι αγορές, η ΕΚΤ θα φθάσει ακριβώς σε αυτό το όριο. Μια επόμενη κίνηση θα έστελνε ένα πολύ ισχυρότερο μήνυμα: ότι η Φρανκφούρτη είναι διατεθειμένη να περάσει από την εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής σε καθαρά περιοριστική πολιτική, προκειμένου να αναχαιτίσει τον νέο πληθωριστικό κύκλο.

Η Σνάμπελ δεν προδικάζει μέχρι πού θα χρειαστεί να φθάσει η ΕΚΤ. Ξεκαθαρίζει όμως την κατεύθυνση: με τον πληθωρισμό στο 2,9%, την ενέργεια να παραμένει πηγή κινδύνου και την οικονομία να αποδεικνύεται ανθεκτικότερη από τις προβλέψεις, η συζήτηση στη Φρανκφούρτη δεν αφορά πλέον το εάν υπάρχει περιθώριο για χαλάρωση, αλλά πόση ακόμη σύσφιγξη θα απαιτηθεί.

Προτιμώμενη πηγή στην Google