ΠΑΣΚΑΛ ΜΠΡΥΚΝΕΡ
Υποφέρω, άρα υπάρχω
μτφρ.: Ανδρέας Παππάς
εκδ. Πατάκη, σελ. 464
ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ
Κάποιοι μήνες της ζωής μου. Οκτώβριος 2022 – Μάρτιος 2023
μτφρ.: Γιώργος Καράμπελας
εκδ. Εστία, σελ. 140
Κάποτε οι ιδέες μοιάζουν με το εκκρεμές, που μόλις φτάσει στην ακραία θέση του, ακαριαία μηδενίζεται η ταχύτητά του. Τα πρόσφατα δοκίμια του Πασκάλ Μπρυκνέρ διαβάζονται ως μαρτυρία τέτοιας τροχιάς, την οποία διέγραψαν ο δικαιωματισμός, ο νεοφεμινισμός και η μεταμοντέρνα πολιτισμική κριτική των τελευταίων δεκαετιών· τροχιά εξάντλησης, καθώς –αν έχει δίκιο– τα ρεύματα αυτά εκφυλίζονται σε λογικά αδιέξοδα, υπερβολές και συντεχνιακές σπέκουλες. Εξίσου, όμως, μπορείς να τα διαβάσεις απ’ την ανάποδη, ως αντίδραση ενός γηραλέου κόσμου σε διεκδικήσεις ανυποχώρητες και αλλαγές μη αναστρέψιμες· οπότε, είναι οι ιδέες του Μπρυκνέρ που γίνονται η ράβδος του εκκρεμούς. Πώς να πεις τι από τα δύο συμβαίνει; Ο χρόνος θα δείξει.
Στο «Eνας σχεδόν τέλειος ένοχος» (2020) ο Μπρυκνέρ ισχυρίστηκε ότι η προσπάθεια της Ευρώπης να ξορκίσει τις σκοτεινές σελίδες του παρελθόντος της οδήγησε στην κατασκευή ενός συλλογικού ενόχου, ενός αποδιοπομπαίου τράγου: του λευκού, δυτικού άνδρα. Σημείωνε το ενδεχόμενο να γίνεται ο καθένας «μια πάσχουσα μειοψηφία κατά παραγγελία», η οποία απαιτεί «συμβολική ασυλία». Μήπως δεν βρίσκεται σε εξέλιξη μια σύγκρουση ρευστών, πολλαπλών ταυτοτήτων που εκτοπίζει την παραδοσιακή πάλη των τάξεων· μια μετατόπιση, η οποία διαχωρίζει την παλαιά, μαρξιστική Αριστερά από τη μεταμοντέρνα;
Το πρόσφατο «Υποφέρω, άρα υπάρχω» συνιστά το ανάπτυγμα της ανησυχίας περί κίβδηλης θυματοποίησης. Ο Μπρυκνέρ θεωρεί πως μια επιτήδεια «θυματολογία» γίνεται στάση ζωής. Από τις απαρχές του δυτικού πολιτισμού οι άνθρωποι θαύμαζαν τον ήρωα· τώρα ανέρχεται ο ικανότερος διαχειριστής του τραύματος. Η γενικευμένη «θυματολογία» υπονομεύει το πραγματικό βίωμα του θύματος. Tρέφει έναν ναρκισσιστικό και συμφεροντολογικό δικαιωματισμό, όπου το τραύμα περνά σε δεύτερη μοίρα· πρωταρχική σημασία αποκτά το αφήγημα περί θύματος, μια τοτεμική υπερ-ταυτότητα, έξοχο αντικείμενο καπηλείας από καλλιτέχνες, πολιτικούς και διανοουμένους που –ως συνήθως– προωθούν τα δικά τους συντεχνιακά παιχνίδια. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σκοπός δεν είναι η αλληλεγγύη, αλλά η κατίσχυση.
Δύσκολα αποφεύγεις κι ο ίδιος τη διολίσθηση στη θυματολογία, αφ’ ης στιγμής αρχίσεις να την καταγγέλλεις… O Μπρυκνέρ περιγράφει μια Ευρώπη μουγκή από τις ενοχές, περίπου σε κατάσταση παραλυσίας, ένα κανονικό θύμα: «Η Ευρώπη γίνεται μια καλοκάγαθη γυναικούλα· μπορείς να τη βρίζεις και να την κατακεραυνώνεις κι εκείνη να ομολογεί την ενοχή της, να κλαίει και να οδύρεται, να αυτομαστιγώνεται». Πόσο φυσικά, με λέξεις και μυαλό, εναλλάσσονται οι ρόλοι θύτη και θύματος!
Το βιβλίο είναι ερεθιστικό, παρά κάποιες σχοινοτενείς γεωπολιτικές παρεκβάσεις. Θα ενοχλήσει τη μεταμοντέρνα Αριστερά, η οποία διαχειρίζεται την πρόσβαση στον κόσμο των θυμάτων με το ύφος αυθεντίας που ‘χαν τα μέντιουμ την εποχή του Μαρξ όταν διαχειρίζονταν την πρόσβαση στον κόσμο των πνευμάτων· εξίσου, όμως, θα ενοχλήσει παραφυάδες της Νέας Δεξιάς, για τις οποίες η θυματολογία συνιστά απευθείας παράγωγο της φιλελεύθερης, κοσμικής Δύσης που παρακμάζει, και όχι μια παραφθορά της, όπως νομίζει ο Μπρυκνέρ. Ο ειρωνικός τίτλος «Υποφέρω, άρα υπάρχω» παραπέμπει στη χαμένη καρτεσιανή πυξίδα της Δύσης. Αποκτά βαθύτερες συνδηλώσεις, εάν διαβαστεί χωρίς την αφ’ υψηλού ειρωνεία. Πεπρωμένο των ανθρώπων είναι η αμοιβαία οδύνη, αυτή που ο ριζοσπαστικός Διαφωτισμός δεν κατόρθωσε ν’ αφανίσει. Και ίσως ο Καρλ Σμιτ είχε δίκιο όταν έλεγε ότι προσδιορίζεται κανείς αναγνωρίζοντας τον εχθρό του. Η ανθρώπινη φύση φροντίζει πάντα να τον βρεις…
Πεπρωμένο των ανθρώπων είναι η αμοιβαία οδύνη, αυτή που ο ριζοσπαστικός Διαφωτισμός δεν κατόρθωσε ν’ αφανίσει. Και ίσως ο Καρλ Σμιτ είχε δίκιο όταν έλεγε ότι προσδιορίζεται κανείς αναγνωρίζοντας τον εχθρό του.
Στο «Κάποιοι μήνες της ζωής μου», ο Μισέλ Ουελμπέκ αφηγείται πώς έπεσε θύμα μιας ολλανδικής κολεκτίβας, η οποία, αφού απέσπασε τη συναίνεσή του με την υπογραφή ενός συμφωνητικού, προχώρησε στην κινηματογράφηση πορνογραφικών σκηνών με πρωταγωνιστή τον ίδιο: «Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα να μου φέρονται, απολύτως, σαν αντικείμενο κάποιου ντοκιμαντέρ για ζώα». Αθυρμα των ενοχών, της ντροπής και της αυτολύπησης, χωρίς έλεγχο της διάχυσης του υλικού, ο συγγραφέας περιγράφει «μια επώδυνη αίσθηση απαλλοτρίωσης του ίδιου σου του σώματος», η οποία προσεγγίζει «ό,τι περιγράφουν οι γυναίκες που έχουν πέσει θύματα βιασμού». Την ίδια περίοδο, εφημερίδες και περιοδικά κατηγορούσαν νυχθημερόν τον Ουελμπέκ για ισλαμοφοβία, ρατσισμό, μισογυνισμό. Από τη Δικαιοσύνη, γαλλική και ολλανδική, δεν περίμενε πολλά. Αόριστοι φόβοι μιας ισλαμιστικής επίθεσης τον ώθησαν να ματαιώσει την εμφάνισή του σε βιβλιοπωλείο του Μαρόκου, ενισχύοντας την αυτοεικόνα του θηράματος.
Απέμεινε η συγγραφή για να ξορκίσει την «πολυεπίπεδη κόλαση». Η καταγραφή θα μπορούσε κάλλιστα να εξελιχθεί σε μυθιστόρημα τυπικά ουελμπεκικό. Τα όρια μεταξύ βίου και μυθοπλασίας καταρρέουν. Σελίδες γκροτέσκας φάρσας και υπαρξιακής καταβαράθρωσης διανθίζονται από σκέψεις για την πορνογραφία και νύξεις για την αποκοπή του συγγραφέα από κάθε ιδεολογικοπολιτική παρακαταθήκη: «Δεν πιστεύω στις ιδέες· πιστεύω στους ανθρώπους».
Εύκολα υποτιμά κανείς αυτό το ωμό, δυσάρεστο βιβλίο, που μοιάζει να στερείται λογοτεχνικών αρετών (καλύτερα, εν προκειμένω), αν εξαιρέσει κανείς τον αυτοσαρκασμό που τσακίζει κόκαλα. Διότι σημασία δεν έχει τόσο αν ο Ουελμπέκ υπήρξε στ’ αλήθεια θήραμα ή όχι· όσο η εξαθλιωτική εκκρεμότητα του ανθρώπου της Δύσης, καθώς βυθίζεται στους στροβίλους της ιδεολογικής και πολιτικής ορφάνιας – εντέλει, με τα λόγια του Ουελμπέκ, «η αχανής κίνηση προς την ασεξουαλικότητα που χαρακτηρίζει τις αρχές του 21ου αιώνα, αυτή η τρικυμία που παρασέρνει τη νεωτερικότητα στον όλεθρο, μέσω, απλούστατα, του δημογραφικού αφανισμού». Αυτό το έλασσον πυρετώδες κείμενο, θρηνητικό και μαζί αξιοθρήνητο, αποκαλύπτει τη σκοτεινή, αχαρτογράφητη διάσταση της ευρωπαϊκής θυματολογίας· που μόνον κίβδηλη δεν είναι.
Σημασία δεν έχει τόσο αν ο Ουελμπέκ υπήρξε στ’ αλήθεια θήραμα ή όχι· όσο η εξαθλιωτική εκκρεμότητα του ανθρώπου της Δύσης, καθώς βυθίζεται στους στροβίλους της ιδεολογικής και πολιτικής ορφάνιας.
Την ώρα που έγραφα τις σκέψεις αυτές, 60.000 άνθρωποι είχαν περάσει από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακο της Θέουτα μέσα σε 24 ώρες.
*O κ. Νικήτας Σινιόσογλου είναι συγγραφέας.