Αρκετοί επιλέγουν να τρώνε τακτικά παγωμένο γιαούρτι (frozen yogurt), θεωρώντας ότι είναι πιο υγιεινό από το παγωτό. Πόσο, όμως, ισχύει αυτό;
Από τότε που το παγωμένο γιαούρτι έγινε δημοφιλές τη δεκαετία του 1970, προωθείται ως πιο υγιεινή εναλλακτική του παγωτού. Σε διαφημίσεις της εταιρείας TCBY τη δεκαετία του 1990, η εκδοχή του με λίγες θερμίδες και χωρίς λιπαρά παρουσιαζόταν ως προϊόν που προσφέρει «όλη την απόλαυση, χωρίς καμία ενοχή». Σήμερα, ορισμένα καταστήματα ελληνικού γιαουρτιού προβάλλουν τα οφέλη των προβιοτικών για την υγεία του εντέρου.
Υστερα από μερικά χρόνια υποτονικών πωλήσεων, το παγωμένο γιαούρτι γνωρίζει νέα άνθηση. Μέσα στον τελευταίο χρόνο, εκτιμάται ότι άνοιξαν 129 νέα καταστήματα πώλησης παγωμένου γιαουρτιού στις Ηνωμένες Πολιτείες – αύξηση περίπου 50% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, σύμφωνα με τη Διεθνή Ενωση Παγωμένου Γιαουρτιού.
Σε βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, βλέπει κανείς ανθρώπους να περιμένουν σε ασυνήθιστα μεγάλες ουρές για παγωμένο γιαούρτι σε καταστήματα στη Νέα Υόρκη, στο Μαϊάμι και στο Λος Αντζελες – ή να μοιράζονται σπιτικές συνταγές. Είναι πράγματι το παγωμένο γιαούρτι διατροφικά καλύτερο από το παγωτό; Ή πρόκειται απλώς για διαφημιστική υπερβολή; Ζητήσαμε τη γνώμη ειδικών στη διατροφή.
Σε αντίθεση με το παγωτό –το οποίο, βάσει της ομοσπονδιακής νομοθεσίας, πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 10% λιπαρά και να παρασκευάζεται από παστεριωμένα γαλακτοκομικά, όπως γάλα ή κρέμα γάλακτος– η σύνθεση του παγωμένου γιαουρτιού μπορεί να διαφέρει σημαντικά, λέει ο Σκοτ Α. Ράνκιν, καθηγητής Επιστήμης Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν στο Μάντισον.

Το παγωμένο γιαούρτι περιέχει συνήθως 3% έως 4% λιπαρά (ή λιγότερο στις εκδοχές χωρίς ή με χαμηλά λιπαρά) και παρασκευάζεται με τουλάχιστον ένα γαλακτοκομικό προϊόν που έχει υποστεί ζύμωση, όπως γιαούρτι ή γάλα με βακτηριακή καλλιέργεια, μαζί με ζάχαρη και αρωματικές ύλες. Το γάλα που έχει υποστεί ζύμωση περιέχει ζωντανούς μικροοργανισμούς, οι οποίοι μετατρέπουν τη ζάχαρη σε γαλακτικό οξύ και προσδίδουν τη χαρακτηριστική ξινή γεύση, εξηγεί ο Κρις Λος, λέκτωρ Επιστήμης Τροφίμων στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ.
Οπως συμβαίνει με μεγάλο μέρος των παγωτών στις Ηνωμένες Πολιτείες, το μεγαλύτερο μέρος των παγωμένων γιαουρτιών που πωλούνται σε καταστήματα και μίνι μάρκετ είναι υπερεπεξεργασμένο. Συχνά περιέχουν γλυκαντικές ουσίες (όπως σιρόπι καλαμποκιού ή δεξτρόζη), καθώς και σταθεροποιητές και γαλακτωματοποιητές, όπως καραγενάνη, κόμμι γκουάρ ή κόμμι ξανθάνης, που συμβάλλουν στη λεία υφή του και εμποδίζουν τον σχηματισμό κρυστάλλων πάγου, τονίζει ο δρ Ράνκιν.
Γενικά, τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα έχουν συνδεθεί με μεγαλύτερο κίνδυνο παχυσαρκίας, καρδιαγγειακών παθήσεων, διαβήτη τύπου 2 και άλλων προβλημάτων υγείας.
Τι δείχνουν οι έρευνες
Το παγωμένο γιαούρτι έχει συνήθως λιγότερες θερμίδες και λιγότερα κορεσμένα λιπαρά από το παγωτό, αναφέρει η Μισέλ Ράουθενσταϊν, διαιτολόγος στη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, μερικές φορές περιέχει περισσότερα πρόσθετα σάκχαρα, ώστε να εξισορροπείται η οξύτητα του γιαουρτιού, συμπληρώνει ο δρ Λος.
Για παράδειγμα, μια μικρή μερίδα απλού παγωμένου γιαουρτιού από την Pinkberry έχει 30 θερμίδες λιγότερες και πέντε γραμμάρια περισσότερα πρόσθετα σάκχαρα από μια αντίστοιχου μεγέθους μερίδα παγωτού Breyers French Vanilla. Επίσης, το παγωμένο γιαούρτι δεν περιέχει καθόλου κορεσμένα λιπαρά, ενώ το παγωτό περιέχει έξι γραμμάρια.
Οταν καταναλώνονται σε υπερβολικές ποσότητες, τα κορεσμένα λιπαρά μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της LDL ή «κακής» χοληστερόλης, στο αίμα, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων.
Ωστόσο και τα δύο προϊόντα έχουν συνήθως υψηλή περιεκτικότητα σε πρόσθετα σάκχαρα, τα οποία, με την πάροδο του χρόνου, μπορούν να προκαλέσουν διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκία, καρδιακές παθήσεις και άλλα προβλήματα υγείας.
Αν και το παγωμένο γιαούρτι έχει ελαφρώς λιγότερες θερμίδες από το παγωτό, οι περισσότεροι προσθέτουν γαρνιτούρες, οι οποίες αντισταθμίζουν εύκολα αυτή τη διαφορά, λέει η Τζούλι Στεφάνσκι, διαιτολόγος στο Γιορκ της Πενσιλβάνια.
Δεν έχουν γίνει καλά σχεδιασμένες μελέτες που να εξετάζουν τις διαφορές ανάμεσα στα δύο προϊόντα ως προς τις επιπτώσεις τους στην υγεία, όμως το διατροφικό τους προφίλ προσφέρει ορισμένες ενδείξεις.