Στην τελευταία σκηνή της φελινικής La dolce vita, ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και η παρέα του βρίσκονται στην παραλία, μετά το ξενύχτι και την εξάντληση της νύχτας. Εκεί εμφανίζεται ένα παράξενο, τεράστιο θαλάσσιο πλάσμα που έχει ξεβραστεί στην ακτή. Ο Μαστρογιάνι κάθεται στην άμμο και το κοιτάζει δίχως να ενδιαφέρεται για κάτι άλλο. Αυτός που σε όλη την ταινία κυνηγάει απολαύσεις. Να που, όμως, εξαντλημένος και άδειος, μεταβαίνει από τη «γλυκιά ζωή» στη «γλυκιά αδράνεια». Δεν εργάζεται. Δεν γράφει. Δεν ερωτεύεται. Δεν ψάχνει κάτι. Δεν κάνει καν προσπάθεια να καταλάβει. Απλώς βρίσκεται εκεί, μέσα στον ήλιο, στη θάλασσα και στην ακινησία. Μήπως θα άξιζε να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του; Η ραστώνη του Αυγούστου είναι από μόνη της ένα τοπίο ανάπαυσης. Καταφάσκει υπέρ τού να μην κάνεις τίποτα, όχι επειδή νικούν μέσα σου η μαλθακότητα, η τεμπελιά και η πλήξη, αλλά διότι ο άνθρωπος πάντα θα ψάχνει ένα αντίδοτο στην υπέρμετρη παραγωγικότητα.
Στις ημέρες μας, αυτός ο ιταλικός τρόπος αντιμετώπισης της ζωής επανέρχεται ολοένα και περισσότερο στη διάθεση των ανθρώπων των πόλεων, έτσι όπως είναι κατάφορτοι από υποχρεώσεις, διορίες και υλικά πάθη. Έρχεται εκείνη η στιγμή που αποζητάς την κατάπαυση των πάντων, το κατέβασμα του ρυθμού, την παραδοχή πως αξίζει –έστω– και μερικές, λίγες, στιγμές του βίου να τις αφήσεις να κυλήσουν δίχως κάποιο «χρέος». Απλώς να περάσουν, όπως διαβαίνει δίχως συγκεκριμένο σκοπό ένας flaneur τα βουλεβάρτα μιας πόλης.
Επικοινωνήσαμε με πέντε ανθρώπους, ο καθένας από τους οποίους έχει λίγη Ιταλία μέσα του, για να μας εξηγήσουν πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι το περίφημο dolce far niente και κατά πόσο το εφαρμόζουν στη ζωή τους.
Διαβάστε περισσότερα στο νέο τεύχος του Κ, που κυκλοφορεί την Κυριακή 23 Αυγούστου με την Καθημερινή.