Σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα έχει υποχωρήσει η στάθμη του ποταμού Ρήνου, σε διάφορες περιοχές της Γερμανίας και της Ολλανδίας, εν μέσω παρατεταμένων καυσώνων σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Την περασμένη εβδομάδα, καταγράφηκαν στην Κολωνία της δυτικής Γερμανίας και στο Λόμπιτ –βασικό σημείο μέτρησης της στάθμης του και «σύνορο» από τη Γερμανία στην Ολλανδία– τα χαμηλότερα επίπεδα από τη στιγμή που ξεκίνησε η καταγραφή δεδομένων.

Βεβαίως, ο Ρήνος δεν είναι ο μόνος ποταμός που «στερεύει». Και άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά ποτάμια με κομβικές λειτουργίες στη βιομηχανία και στις μεταφορές, όπως ο Δούναβης, που διαρρέει δέκα χώρες, και ο Πάδος στην Ιταλία παρουσιάζουν ιστορική υποχώρηση υδάτων.

Οι συνθήκες του νέου καύσωνα αναμένεται να συνεχιστούν για τουλάχιστον μία ακόμη εβδομάδα, ανεβάζοντας τις θερμοκρασίες πάνω από τους 40 °C σε πολλές χώρες της Κεντρικής και της Νότιας Ευρώπης.
Το γερμανικό σύστημα ενημέρωσης για τη χαμηλή στάθμη υδάτων (NIWIS) ανέφερε ότι στο 44% των σταθμών μέτρησης του Ρήνου και το 78% εκείνων του Δούναβη καταγράφηκαν εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα στα τέλη Ιουλίου.

Ο Ρήνος –ο οποίος πηγάζει από τις Ελβετικές Αλπεις και εκβάλλει στη Βόρεια Θάλασσα– είναι μία από τις πλωτές οδούς με τη μεγαλύτερη κίνηση στην Ευρώπη. Η μείωση των επιπέδων των υδάτων έχει προκαλέσει ανησυχίες σχετικά με τις οικονομικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από τον περιορισμό της ναυσιπλοΐας και της ναυτιλίας.

Την Παρασκευή, το βάθος των υδάτων που θεωρούνται διαπλεύσιμα στο στενό του Κάουμπ, κοντά στο Κόμπλεντς, στην Κοιλάδα του Ρήνου, έφτασε στο ιστορικό χαμηλό του 2018, στα 25 εκατοστά – και αναμένεται να πέσει στα 18 εκατοστά έως την Παρασκευή, σύμφωνα με τις προβλέψεις.

Ο σταθμός του Κάουμπ στη δυτική Γερμανία αποτελεί βασικό δείκτη πλευσιμότητας του Ρήνου, καθώς εκτιμά τα μεγέθη φορτίων που είναι κατάλληλα να μεταφερθούν με φορτηγά πλοία. Η χαμηλή στάθμη στο σημείο υπάρχει κίνδυνος να περιορίσει σοβαρά την εσωτερική ναυτιλία.

Τα ρηχά νερά σημαίνουν ότι τα φορτηγά πλοία συχνά μπορούν να πλέουν φορτωμένα μόνο κατά περίπου 20%, γεγονός που αναγκάζει τη διανομή των φορτίων σε πολλά πλοία και δημιουργεί ανεπιθύμητα επιπλέον έξοδα για τη γερμανική βιομηχανία.
Παρά τα αναπάντεχα καλά αποτελέσματα στη γερμανική οικονομία κατά το δεύτερο τρίμηνο, η χαμηλή στάθμη των υδάτων θα μπορούεσε να περιορίσει την αύξηση του ΑΕΠ του τρίτου τριμήνου κατά 0,1% έως 0,2%, εκτιμά ο οικονομολόγος Στέφαν Κουθς του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Οικονομίας του Κιέλου.

«Η μεταφορική ικανότητα πιθανότατα θα συνεχίσει να επηρεάζεται από τα χαμηλά επίπεδα των υδάτων για κάποιο χρονικό διάστημα κατά τον επόμενο μήνα», ανέφερε.
Η έλλειψη βροχοπτώσεων αυτό το καλοκαίρι έχει επιτείνει μία πολυετή καιρική τάση στη Γερμανία, η οποία έχει οδηγήσει στην απώλεια 60 δισ. κυβικών μέτρων νερού τα τελευταία 25 χρόνια λόγω της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με το υπουργείο Περιβάλλοντος.

Αν δεν ληφθούν μέτρα, το κόστος της λειψυδρίας θα μπορούσε να ανέλθει στη Γερμανία σε 625 δισ. ευρώ έως το 2050 (ή περίπου 25 δισ. ευρώ ετησίως), προειδοποίησε ο υπουργός Περιβάλλοντος Κάρστεν Σνάιντερ, επικαλούμενος σχετικές μελέτες.

Οι συνθήκες αυτού του καλοκαιριού προκαλούν ανησυχίες για την οικονομία βραχυπρόθεσμα, δήλωσε ο Κάρστεν Μπρζέσκι, παγκόσμιος επικεφαλής μακροοικονομικών αναλύσεων της ING.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «η ζέστη και η ξηρασία του καλοκαιριού έχουν οδηγήσει τις στάθμες των νερών στις κύριες πλωτές οδούς σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει τις βιομηχανικές αλυσίδες εφοδιασμού και τη δραστηριότητα στον κατασκευαστικό τομέα».
Πηγή: BBC, Reuters