RORY LOUGHNANE
Shakespeare at Thirty
εκδ. Princeton University Press, 2026, σελ. 352
Οι νέες ερμηνείες για το έργο του Σαίξπηρ, όπως και η εκάστοτε «καινούργια ματιά» σε κάθε ένα από τα θεατρικά του, μοιάζουν πλέον με σταθερές επαναλήψεις φυσικών φαινομένων. Δείχνουν βέβαια και επιβεβλημένες στο ακαδημαϊκό σύμπαν – όπως οι νέες κολεξιόν στην υψηλή ραπτική.
Ισως χρειαζόμαστε τον όρο «ετήσιο ερευνητικό επεισόδιο Σαίξπηρ». Οτιδήποτε σαιξπηρικό κόβει για μια στιγμή την ανάσα, αλλά αμέσως μετά όλοι ηρεμούν· τα πράγματα συνεχίζουν τη σταθερή πορεία τους, επειδή τα κείμενα του βάρδου παραμένουν συναρπαστικά, με όποια ματιά κι αν τα προσεγγίζει κάποιος.
Το φετινό «επεισόδιο Σαίξπηρ» δείχνει ικανό να προκαλέσει ισχυρότατες δονήσεις, με συνέπειες διαρκείας. Και αυτό επειδή προέκυψε από σοβαρή έρευνα, με τελευταίας τεχνολογίας λογισμικά, που επιτρέπουν ποιοτική και ποσοτική γλωσσολογική ανάλυση κειμένων. Σύμφωνα με αυτήν, ο «Εδουάρδος Γ΄» (1596), έργο που μέχρι πρότινος δεν συμπεριλαμβανόταν στα σαιξπηρικά, θα πρέπει να αποδίδεται πλέον στον κορυφαίο δραματουργό.
Ο δρ Ρόρι Λοχνέιν, αναπληρωτής καθηγητής της Πρώιμης Νεωτερικότητας στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, υπήρξε βασικός συντελεστής στην εν λόγω έρευνα μαζί με τον Μπρετ Γκρέιτλι-Χιρς από το Πανεπιστήμιο του Λιντς. Εξηγεί, λοιπόν, στην «Κ» πώς προέκυψαν τα νέα δεδομένα: «O “Εδουάρδος Γ΄” θα συμπεριληφθεί στον Kανόνα του Σαίξπηρ και επιπλέον θα αναγνωριστεί ότι είναι μια μεγάλη συνεργασία με τον –θεωρούμενο ανταγωνιστή του– Κρίστοφερ Μάρλοου. Είναι πια βέβαιο, “πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας”, πως το μεγαλύτερο μέρος του το έχει γράψει ο Σαίξπηρ και ένα μικρότερο ο Μάρλοου. Η πληροφορία αυτή έχει τεράστιο αντίκτυπο στο πώς θα έπρεπε να φανταζόμαστε τη σχέση των δύο δραματουργών. Και κυρίως, πώς θα έπρεπε να χαλιναγωγούμε τη φαντασία μας όταν σκεφτόμαστε τη διαβόητη αντιπαλότητά τους και όποιον υποτιθέμενο μεταξύ τους ανταγωνισμό». Ο ίδιος τονίζει στην «Κ» ότι ο στόχος του ερευνητικού προγράμματος ήταν αντίστροφος: «Ξεκίνησε ως απόπειρα να καθοριστεί επακριβώς ο Κανόνας του Μάρλοου. Ομως, με βάση τον “Εδουάρδο Γ΄” μεταβλήθηκε τελικά ο Κανόνας των 38 αναγνωρισμένων θεατρικών έργων του Σαίξπηρ».
Δεν ήταν λίγοι οι μελετητές που, στο παρελθόν, βασισμένοι στη φιλολογική ευαισθησία, στην παρατηρητικότητα και στη διαίσθησή τους, κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα με αυτό που επιβεβαιώνεται σήμερα, χάρη στην προηγμένη ανάλυση με υπολογιστή.
«Είναι πια βέβαιο, “πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας”», λέει στην «Κ» ο καθηγητής Λοχνέιν για το έργο «Εδουάρδος Γ΄», «πως το μεγαλύτερο μέρος του το έχει γράψει ο Σαίξπηρ και ένα μικρότερο ο Μάρλοου».
Το άγχος για το αν θα έπρεπε ή όχι να ενταχθεί στον Κανόνα του Σαίξπηρ ο «Εδουάρδος Γ΄» σχετίζεται με το ότι η ένταξή του θα μπορούσε να του αποδώσει τεράστια αξία. Και ενδεχομένως αυτή να αποδεικνυόταν αποπλανητική και για την ιστορική έρευνα και για τις αναπαραστάσεις του στις σκηνές ανά την υφήλιο.
Αφού λοιπόν ένα μέρος του αποδίδεται στον Μάρλοου, είναι σίγουρο ότι ο «Εδουάρδος Γ΄» γράφτηκε πριν από τη δολοφονία του συγγραφέα, το 1593. Αρα, στο κρίσιμο διάστημα που τα θέατρα έκλειναν και άνοιγαν, ανάλογα με τις εξάρσεις της πανούκλας του Λονδίνου, κατά τη διετία 1592-1593. Δηλαδή, γράφτηκε σε περίοδο που τα έργα γράφονταν βιαστικά και από πολλούς συγγραφείς, προκειμένου να ετοιμαστούν γρήγορα και να παιχτούν προτού το θέατρο ξανακλείσει λόγω καραντίνας. Επίσης, ο «Εδουάρδος Γ΄» είναι σημαντικός γιατί στην εργογραφία του Σαίξπηρ έπεται της τριλογίας του «Ερρίκου ΣΤ΄», στην οποία ο «ανταγωνιστής» συμμετείχε επίσης συγγραφικά και στα τρία μέρη της.
Επαναστάτης
Ο Κρίστοφερ Μάρλοου γεννήθηκε το 1564 – την ίδια χρονιά με τον Σαίξπηρ και ήταν κατά οκτώ βδομάδες μεγαλύτερός του. Οταν ο πρώτος πέθανε μαχαιρωμένος –στα 29 του– ήταν ήδη γνωστός θεατρικός συγγραφέας. Ζούσαν στην ίδια γειτονιά του Λονδίνου, αλλά δεν υπάρχει τεκμήριο ότι γνωρίστηκαν ποτέ από κοντά. Κυρίως, όμως, δεν είχαν τίποτε κοινό. Ο Μάρλοου ήταν επαναστάτης, εικονοκλάστης, ριψοκίνδυνος και οπορτουνιστής. Ηταν επίσης ομοφυλόφιλος και είχε μάλλον συναινέσει να συμμετάσχει σε σκοτεινές και ύπουλες ενέργειες, «ενάντιες στην ασφάλεια του κράτους». Ισως και να δολοφονήθηκε εξαιτίας τους, πιθανόν μάλιστα από έμπιστο της βασίλισσας ή από βαλτό είτε της Καθολικής είτε της Αγγλικανικής Εκκλησίας – καθότι αμφότερες τον σιχαίνονταν.
Κατ’ αντίστιξιν των παραπάνω, ο Σαίξπηρ ήταν ήρεμος, συντηρητικός, φιλελεύθερος και επιεικής. Οσο για τη δόξα, αυτή του χαμογέλασε κυρίως μετά τον θάνατο του Μάρλοου.
Στα περί συγγραφικού αντικειμένου, ο Μάρλοου θεωρείται εφευρέτης του ανομοιοκατάληκτου στίχου και ασύγκριτος δεξιοτέχνης του εσωτερικού μονολόγου. Είχε βέβαια κι άλλες αξίες: τη βία ως σύντομο και ασφαλή δρόμο προς την έκσταση· την υπέρβαση κάθε φραγμού στο πεδίο του αισθησιασμού. Τον γοήτευαν οι αποσυνάγωγοι εκδικητές ως δραματικά πρόσωπα, το ίδιο και οι καπριτσιόζοι θεοί. Γενικότερα, προτιμούσε ό,τι θα αντιτασσόταν στην ηθική του ευλαβούς θρήσκου χριστιανού – μάλλον, από αντίδραση σε ό,τι χαρακτήριζε το οικογενειακό περιβάλλον του. Ως προς τα παραπάνω, το γούστο του Σαίξπηρ δεν απέκλινε πολύ. Η διαφορά τους ήταν ότι o Μάρλοου θα προτιμούσε ανά πάσα στιγμή να «ανατινάξει» αυτήν την καταπιεστική ηθική. Ενώ ο Σαίξπηρ θα επέλεγε την υπονόμευσή της – υπό τη μορφή μιας αργόσυρτης δηλητηρίασής της· στην περίπτωσή του, το εφέ της «αντίστασης κατά της αρχής» θα γινόταν πιο διακριτό στα κείμενά του με τη δεύτερη ανάγνωση, αλλά η φθορά που θα προκαλούσε θα ήταν εφάμιλλη εκείνης του Μάρλοου.
Μετά την αποφοίτησή του από το Κέμπριτζ, χωρίς οικονομική άνεση και με τη μόρφωση, ως μόνο εφόδιο, να μην του εγγυάται σπουδαία κοινωνική θέση, ο Μάρλοου μετακόμισε στο Λονδίνο. Και προκειμένου να επιβιώσει, επιδόθηκε στο πιο αχάριστο και ανυπόληπτο επάγγελμα: τη συγγραφή θεατρικών έργων. Πολλοί σοβαροί μελετητές υποστηρίζουν ότι επειδή πήρε εκείνη την απόφαση, άνοιξε ένα δρόμο χάρη στον οποίο ήταν πλέον εφικτή η καριέρα του Σαίξπηρ. Επειδή ο Μάρλοου, χάρη στο ταλέντο του, έδωσε αξία στο επάγγελμα.
Υπάρχουν επίσης θεωρητικοί που πιστεύουν ότι ο Σαίξπηρ διακρίθηκε επειδή «πάτησε πάνω στο πτώμα του Μάρλοου» (εννοώντας, ωστόσο, ως «πτώμα» το κενό που άφηνε η δολοφονία του). Βέβαια, ο δρ Λοχνέιν επιμένει ότι «ο θάνατος του Μάρλοου ήταν μεν σημαντικότατη απώλεια για το αγγλικό θέατρο, αλλά θα ήταν λάθος να φανταστεί κάποιος ότι ο Σαίξπηρ αντικατέστησε τον αδικοχαμένο. Ηταν συνάδελφοι. Οι καριέρες τους εξελίχθηκαν παράλληλα, αλλά είναι σαφές πως υπήρξαν διαφορετικού είδους συγγραφείς. Είχαν, ωστόσο, συμμετάσχει σε συνεργατικά συγγραφικά έργα, όπως το επέβαλλαν οι ανάγκες των θεατρικών παραγωγών της εποχής». Χωρίς πολλές διαπροσωπικές επαφές. Οπως συμβαίνει στο Χόλιγουντ, σήμερα, όπου ομάδες σεναριογράφων αναλαμβάνουν τη συγγραφή και την επεξεργασία σεναρίου ταινίας, χωρίς υποχρεωτικά να συναντώνται ή να γνωρίζονται.

Ο δρ Λοχνέιν έχει γράψει ένα βιβλίομε τίτλο «Ο Σαίξπηρ στα 30», το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Πρίνστον. Είναι βέβαιο ότι θα γνωρίσει επιτυχία, γιατί είναι σοβαρός τίτλος, δοκιμιακού περιεχομένου, με μια ασύλληπτα γρήγορη ροή και ανάλαφρη φόρμα. Παρακολουθεί, λοιπόν, τον Σαίξπηρ –και τον Μάρλοου– χρόνο με τον χρόνο, έως ότου γίνει 30 ετών. Μέσω αυτής της έκδοσης (που μακάρι να μεταφραστεί στα ελληνικά, αν και διατηρώ μια αμφιβολία) ο δρ Λοχνέιν επιδιώκει να περιχαρακώσει την αίσθηση αβεβαιότητας που έφερε εκείνη η εποχή. Και το γεγονός ότι ο Σαίξπηρ δεν υπήρξε ποτέ μια μοναχική ιδιοφυΐα: «Αυτή η εντύπωση για εκείνον καλλιεργήθηκε εν πολλοίς εκ των υστέρων και από τη φαντασία των μελετητών του της εποχής του Ρομαντισμού». Ο Σαίξπηρ ήταν –σχεδόν μέχρι τα 30 του– ένας εργαζόμενος στην επισφαλή βιομηχανία του θεάματος, η οποία λειτουργούσε πάντοτε με συνεργασίες συγγραφέων.
Ο Ιρλανδός πανεπιστημιακός υποστηρίζει ότι ο Σαίξπηρ δεν υπήρξε ποτέ μια μοναχική ιδιοφυΐα: «Αυτή η εντύπωση για εκείνον καλλιεργήθηκε από τη φαντασία των μελετητών του της εποχής του Ρομαντισμού».
Στο σινεμά
Εξίσου μυθοπλαστική είναι και η διαβόητη αντιπαλότητα Μάρλοου και Σαίξπηρ. Ξεκίνησε από τον κινηματογράφο, με ταινίες σαν τον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ» (1998) σε σενάριο του Τομ Στόπαρντ και σαν τον «Anonymous» (2011) του Ρόλαντ Εμεριχ. Ολοι οικοδομούσαν τον μύθο ενός φοβερού ανταγωνισμού μεταξύ των δύο σπουδαίων συγγραφέων της Ελισαβετιανής εποχής, σχοινοβατώντας ριψοκίνδυνα και εντυπωσιακά πάνω στην ιστορική αλήθεια, για να τονώσουν τον μύθο που έπλαθαν. Ενώ ο Σαίξπηρ και ο Μάρλοου ήταν απλώς δύο ταλαντούχοι συγγραφείς, που πειραματίζονταν στο να μεταφέρουν την ιστορία της Αγγλίας στη σκηνή. Ενα είδος θεάτρου που είχε γίνει ιδιαιτέρως δημοφιλές στις αρχές της δεκαετίας του 1590 και που οι δύο συγγραφείς κατόρθωσαν να εξυψώσουν.