Φόρτωση Text-to-Speech…
Εκεχειρίες που καταρρέουν και πλήγματα που δεν οδηγούν πουθενά (καλύτερα)· συμφωνίες που μένουν στα χαρτιά και κινήσεις που ανοίγουν νέα μέτωπα, αντί να κλείσουν τα ήδη υπάρχοντα· σύγχυση και βαθιά καχυποψία, όχι μόνο μεταξύ εχθρών αλλά ακόμη και μεταξύ εταίρων. Παρά τη συγκρατημένη αισιοδοξία που γέννησαν τα σενάρια της συμφωνίας Ιράν – Ομάν για τα Στενά του Ορμούζ, ο πόλεμος στον Κόλπο δείχνει να έχει πια περιέλθει σε ένα «τέλειο» αδιέξοδο. Ουάσιγκτον και Τεχεράνη κατάφεραν να συμφωνήσουν προσωρινή εκεχειρία, αλλά θα είναι πάρα πολύ δύσκολο, όπως έχει φανεί στην πράξη, η όποια μεταξύ τους συμφωνία να έχει διάρκεια και ουσιαστική προοπτική.
Με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, καθώς αυτή η σύγκρουση διανύει πια τον έκτο μήνα της, τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να φέρει τα επιθυμητά για τις ΗΠΑ αποτελέσματα. Οι στρατιωτικές επιθέσεις, όταν κλιμακώθηκαν από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν έκαναν τους Ιρανούς να συνθηκολογήσουν. Αλλά και οι εκεχειρίες, από την άλλη πλευρά, δεν άνοιξαν μακροπρόθεσμες προοπτικές διεξόδου.

Ασφαιρες απειλές
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε προ ημερών ότι οι Ιρανοί έχουν πια μπροστά τους δύο επιλογές: είτε θα συνάψουν συμφωνία είτε θα παραδοθούν. «Τα Στενά (σ.σ. του Ορμούζ) θα ανοίξουν πολύ σύντομα, αλλιώς οι Ιρανοί θα πληγούν πολύ σκληρά και τότε (σ.σ. αφού αυτοί πληγούν) τα Στενά θα ανοίξουν», τόνισε ο Αμερικανός πρόεδρος, οι απειλές του οποίου, ωστόσο, δεν φαίνεται να πιάνουν τόπο.
Εκανε πίσω επτά φορές – Οι ανεκπλήρωτες απειλές προς το Ιράν έχουν χαρίσει στον Τραμπ την προσωνυμία TACO («Trump Always Chickens Out», «Ο Τραμπ πάντοτε κάνει πίσω» ελληνιστί), κάτι που επιβεβαιώθηκε επτά φορές το προηγούμενο διάστημα.
Αντιθέτως, του έχουν χαρίσει την προσωνυμία TACO («Trump Always Chickens Out», «Ο Τραμπ πάντοτε κάνει πίσω» ελληνιστί), που είδαμε να γίνεται πράξη και στο μέτωπο του Ιράν, όχι μία, ούτε δύο, αλλά επτά φορές το περασμένο διάστημα.
Το δίκτυο ABC News γράφει για αυτές τις «επτά φορές που ο Τραμπ είπε ότι θα εξαπολύσει καταστροφικά πλήγματα στο Ιράν και μετά δεν το έκανε», ανατρέχοντας σε όσα είπε και δεν έκανε ο Αμερικανός πρόεδρος από τις 21 Μαρτίου («οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής θα χτυπήσουν και θα εξαλείψουν τους διάφορους σταθμούς παραγωγής ενέργειας, ξεκινώντας από τον μεγαλύτερο») έως τις 7 Απριλίου («ένας ολόκληρος πολιτισμός θα πεθάνει απόψε») και από τις 17 Μαΐου («ο χρόνος μετράει αντίστροφα για το Ιράν και καλά θα κάνουν να κινηθούν γρήγορα, αλλιώς δεν θα μείνει τίποτα από αυτούς») έως τις 29 Ιουλίου. Πριν από περίπου μία εβδομάδα, ο Τραμπ υποστήριξε ότι ήταν έτοιμος να εξαπολύσει τη μεγαλύτερη επίθεση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά έκανε πίσω επειδή του το ζήτησαν το Ιράν και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής.

Ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε όντως να κλιμακώσει, εντείνοντας τους βομβαρδισμούς ή ακόμη και προχωρώντας σε στοχευμένες, περιορισμένης έκτασης χερσαίες επιχειρήσεις εντός του Ιράν. Μια τέτοια επιλογή, όμως, θα εγκυμονούσε σοβαρότατους κινδύνους για τις ΗΠΑ, καθώς θα μπορούσε να αυξήσει κατακόρυφα τις αμερικανικές απώλειες (τους αριθμούς των νεκρών στρατιωτών) και το κόστος (που, σύμφωνα με εκτιμήσεις, ενδέχεται να ξεπεράσει τα 100 δισ. δολάρια), ενώ παράλληλα έχει πια σημάνει συναγερμός και για τα αποθέματα πυραύλων, που μειώθηκαν ραγδαία το τελευταίο πεντάμηνο, αφήνοντας τη χώρα εκτεθειμένη σε επαπειλούμενες ελλείψεις και ανεπάρκειες.

Σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies – CSIS), από τους περίπου 2.330 πυραύλους για συστήματα αεράμυνας Patriot που είχαν οι ΗΠΑ πριν από τον πόλεμο στο Ιράν, οι περίπου 1.500 είχαν «καταναλωθεί» έως τα τέλη Ιουλίου. Παράλληλα, από τους περίπου 450 αντιβαλλιστικούς THAAD, είχαν «ξοδευτεί» περίπου οι μισοί. «Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, ο αμερικανικός στρατός έχει καταναλώσει σχεδόν τα τέσσερα πέμπτα του αποθέματος πυραύλων THAAD και περίπου τους μισούς από τους Patriot», έγραφε το CNN την περασμένη Τετάρτη, ανεβάζοντας ακόμη περισσότερο τις «απώλειες», ενώ το Reuters επεξέτεινε τις ελλείψεις και σε επιθετικούς πυραύλους ακριβείας όπως είναι οι ATACMS και οι PrSM.
Η «κατσάδα» στον Χέγκσεθ – Σύμφωνα με την Washington Post, Τραμπ και Χέγκσεθ «συγκρούστηκαν» για τα αποθέματα πυρομαχικών, όταν ο πρόεδρος ζήτησε από τον υπουργό Πολέμου «εξηγήσεις» για αυτό το πρόβλημα, που
«υποτίθεται ότι είχε διορθωθεί».
Από την πλευρά του, ο Τραμπ έχει επιχειρήσει κατ’ επανάληψιν να υποβαθμίσει το εν λόγω θέμα, πλην όμως αυτό επιστρέφει, συχνά μάλιστα διά της στρατιωτικής οδού: μέσα από διαρροές που φαίνεται να προέρχονται από τις τάξεις των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου πτέραρχος Νταν Κέιν φέρεται, επί παραδείγματι, να έχει εκφράσει ανησυχίες σχετικές με τα εναπομείναντα αποθέματα πυρομαχικών στον υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, καθώς και στον ίδιο τον Τραμπ.
Σύμφωνα με την Washington Post, Τραμπ και Χέγκσεθ «συγκρούστηκαν» το περασμένο Σαββατοκύριακο στο Καμπ Ντέιβιντ για το συγκεκριμένο θέμα, όταν ο πρόεδρος ζήτησε από τον υπουργό Πολέμου «εξηγήσεις» για αυτό το πρόβλημα, που «υποτίθεται ότι είχε διορθωθεί». Το ζήτημα της επάρκειας του αμερικανικού οπλοστασίου δεν έχει να κάνει μόνο με το μέλλον της σύγκρουσης στο Ιράν. Επηρεάζει τα αμερικανικά πλάνα ετοιμότητας στην Ασία (σε περίπτωση που η Κίνα κινηθεί κατά της Ταϊβάν ή άλλων, για παράδειγμα) καθώς και τις επιλογές των χωρών που αγοράζουν οπλικά συστήματα από αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες μιας και εγείρονται ζητήματα σε σχέση με τη διαθεσιμότητα και τους χρόνους παράδοσης.

Η επιλογή της κλιμάκωσης, άλλωστε, αφήνει παράλληλα αναπάντητο και ένα άλλο –ακόμη πιο σοβαρό για την πορεία των εξελίξεων– ερώτημα: Και μετά τι; Ποιος θα είναι απώτερος στόχος των ΗΠΑ εάν αυτές κλιμακώσουν τις επιχειρήσεις τους στο στρατιωτικό μέτωπο; Απλώς το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ (που ήταν ανοιχτά πριν από αυτόν τον πόλεμο); Η αλλαγή του θεοκρατικού καθεστώτος στο Ιράν; Η πλήρης συνθηκολόγηση της Τεχεράνης; Είναι εφικτό, άραγε, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, να επιτευχθεί μια συντριπτική ήττα των Ιρανών και αν ναι, με ποιο κόστος για τις ΗΠΑ, αλλά και με ποια μεταπολεμική (ωφελιμιστική) προοπτική;
Πολλές γραμμές
Με τα σημερινά δεδομένα, η αμερικανική ηγεσία δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα ή μάλλον μπορεί, αλλά οι απαντήσεις ίσως να είναι πολλές και διαφορετικές. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δεν είναι σαφές εάν μοιράζονται τις ίδιες απόψεις. Αυτό που είναι σαφές, βέβαια, είναι ότι στην πλειοψηφία τους οι Αμερικανοί ψηφοφόροι δεν βλέπουν θετικά αυτόν τον πόλεμο που αναζωπύρωσε τις πληθωριστικές πιέσεις –και ανέβασε τις τιμές της βενζίνης– μόλις λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου για τη νέα πλειοψηφία στο Κογκρέσο. «Οι περισσότεροι Αμερικανοί λένε ότι η σύγκρουση στο Ιράν δεν αξίζει τον κόπο», γράφει ο ιστοχώρος Hill. Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση (Marquette Law School Supreme Court Poll), το 88% θεωρεί ότι οι ΗΠΑ «δεν πέτυχαν τους στόχους τους» και το 75% ότι αυτός ο πόλεμος «δεν αξίζει το κόστος».

Υπό αυτές τις συνθήκες, εάν μπορούσε ο Τραμπ να αποδεσμευθεί με το κεφάλι ψηλά, θα το έκανε… χθες, υποστηρίζουν πολλοί. Ακόμη κι αυτό ωστόσο φαντάζει πλέον πολύ δύσκολο, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος καλείται να διαχειριστεί ζητήματα που δεν υπήρχαν καν ή είχαν ατονήσει πριν από αυτόν τον πόλεμο: το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, την κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ, τις ανταλλαγές πυρών μεταξύ Χούθι και Σαουδικής Αραβίας. «Οι χώρες του Κόλπου βάζουν τέλος –αθόρυβα– σε πενήντα χρόνια εξάρτησης. Οι επιθέσεις του Ιράν αποκάλυψαν τα όρια των εξωτερικών εγγυήσεων και την ανάγκη για μια νέα –εκ των έσω– αρχιτεκτονική ασφαλείας», σημειώνει το καταριανό Al Jazeera σε άρθρο γνώμης, με το βλέμμα στραμμένο στις ΗΠΑ. Κάτι τέτοιο, όμως, μάλλον δεν θα μπορούσε να γραφτεί πριν από τον πόλεμο.
Η συμφωνία της Μέκκας
Υπό το βάρος των πολέμων στο Ιράν και στην Ουκρανία, διαμορφώνονται πλέον στην ευρύτερη ελληνική γειτονιά σχέδια για νέες αρχιτεκτονικές ασφαλείας, δυνητικά αναμορφωτικές των διεθνών ισορροπιών ισχύος. Ειδικά στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής, ενδιαφέρον παρουσίαζε μέχρι πρότινος η ομάδα R-4 (R-4 Group) στην οποία συμμετέχουν το Πακιστάν, η Αίγυπτος, η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία. Αρχής γενομένης από την Παρασκευή, εξάλλου, στην κινούμενη άμμο των ανταγωνισμών προστέθηκε μια νέα «αμυντική συμφωνία» όπως είναι εν προκειμένω αυτή που υπέγραψαν στη Μέκκα οι ηγέτες της Τουρκίας, του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας, η οποία μάλιστα περιλαμβάνει και ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης κατά ενός εκ των τριών.
«Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, η Σαουδική Αραβία φιλοξενεί τους ιερότερους τόπους του Ισλάμ και είναι ένας από τους κορυφαίους εξαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο, ενώ το Πακιστάν είναι η μόνη μουσουλμανική χώρα με πυρηνικά όπλα», επισημαίνει χαρακτηριστικά το Reuters, βλέποντας έναν νέο σουνιτικό άξονα να αναδύεται στη σκιά της ιρανικής κρίσης, έναν άξονα πολύ διαφορετικό από εκείνον που οραματίζονταν οι –προωθούμενες από τον Τραμπ– Συμφωνίες του Αβραάμ.