Κατά την τοποθέτησή του, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης τόνισε ότι η εμπορία ανθρώπων αποτελεί «μία από τις βαρύτερες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας», επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα έγκλημα που πλήττει όχι μόνο τα θύματα εκμετάλλευσης αλλά και τον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης των θυμάτων, τονίζοντας ότι «η προστασία των θυμάτων ξεκινά από την αναγνώρισή τους». Όπως ανέφερε, το Εθνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Παραπομπής Θυμάτων Εμπορίας Ανθρώπων αποτελεί βασικό εργαλείο της εθνικής πολιτικής κατά του trafficking, καθώς διασφαλίζει τον έγκαιρο εντοπισμό των θυμάτων και την άμεση πρόσβασή τους σε προστασία, αρωγή και Δικαιοσύνη.
Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, ενημέρωσε επίσης τα μέλη της υποεπιτροπής για τις πρωτοβουλίες του υπουργείου Δικαιοσύνης αναφορικά με την ενσωμάτωση της νέας οδηγίας (ΕΕ) 2024/1712 στο εθνικό δίκαιο. Όπως σημείωσε, η σχετική ομάδα εργασίας έχει ήδη ολοκληρώσει το έργο της και το προσεχές διάστημα αναμένεται η κατάθεση του σχεδίου νόμου, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων, την αντιμετώπιση νέων μορφών εκμετάλλευσης, την προστασία των παιδιών και την αποτελεσματικότερη διερεύνηση και δίωξη των σχετικών εγκλημάτων.
Κλείνοντας ο κ. Μπούγας τόνισε ότι η Πολιτεία «οφείλει να αναγνωρίζει έγκαιρα τα θύματα, να τα προστατεύει αποτελεσματικά και να τους δίνει τη δυνατότητα να ξαναχτίσουν τη ζωή τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια, επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευση του υπουργείου Δικαιοσύνης για τη διαρκή ενίσχυση του θεσμικού και ποινικού πλαισίου κατά της εμπορίας και εκμετάλλευσης ανθρώπων».