Δρ Τόμας Σομπότκα στην Κ: Δεν έχει πια την ίδια αξία να είσαι γονιός

Φόρτωση Text-to-Speech…

Η Ευρώπη δεν μικραίνει μόνο αριθμητικά. Αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν το μέλλον τους, αξιολογούν τις σχέσεις τους και την οικογένεια που θέλουν ή δεν θέλουν να δημιουργήσουν. Τα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος αυτών των κοσμογονικών αλλαγών. Το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, μόλις 23,4% των νοικοκυριών (ζευγάρια και μονογονεϊκές οικογένειες) στην Ευρωπαϊκή Ενωση (47,4 εκατ., από 203,1 εκατ. συνολικά) είχαν παιδιά. Λιγότερα από ένα στα τέσσερα δηλαδή.

Ο πληθυσμός της Γηραιάς Ηπείρου υπολογίζεται ότι θα έχει μειωθεί κατά περίπου 53 εκατ. έως το τέλος του αιώνα. Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των χωρών στις οποίες η μείωση προβλέπεται να ξεπεράσει το 30% του σημερινού πληθυσμού. Μέχρι το 2100, ένας στους τρεις Ευρωπαίους θα είναι άνω των 65 ετών. Η πτώση των γεννήσεων στις ευρωπαϊκές χώρες συνεχίζεται και φαίνεται δύσκολο να αναστραφεί.

Δρ Τόμας Σομπότκα στην «Κ»: Δεν έχει πια την ίδια αξία να είσαι γονιός-1

«Για την πλειονότητα των νέων, ιδιαίτερα όσων ανήκουν στην Generation Z, το μέλλον είναι υπερβολικά αβέβαιο για τη διά βίου δέσμευση της γονεϊκότητας. Ολοένα και περισσότερες γυναίκες και άνδρες εκφράζουν χαμηλότερες και πιο ευμετάβλητες προθέσεις για την τεκνοποίηση σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές», λέει στην «Κ» ο δρ Τόμας Σομπότκα, επικεφαλής του Ινστιτούτου Δημογραφίας της Βιέννης (που ανήκει στην Ακαδημία Επιστημών της Αυστρίας). Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον διακεκριμένο επιστήμονα, που γνωρίζει όσο λίγοι τις παραμέτρους αυτής της εκτεταμένης δημογραφικής κρίσης, δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με τις οικονομικές ενισχύσεις που κατά καιρούς προσφέρουν οι κυβερνήσεις στις οικογένειες.

H ρίζα του είναι βαθύτερη. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένες οι σύγχρονες κοινωνίες. «Είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικές, συνδέουν στενά την ατομική επιτυχία και την κοινωνική θέση με ένα καλό εισόδημα και μια επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία, και ουσιαστικά δεν αναγνωρίζουν την αξία της γονεϊκής επένδυ-σης στα παιδιά», επισημαίνει.

Δρ Τόμας Σομπότκα στην «Κ»: Δεν έχει πια την ίδια αξία να είσαι γονιός-2
«Ορισμένες χώρες θα χρειαστεί να συνεχίσουν να προσαρμόζονται σε έναν μικρότερο και γηραιότερο πληθυσμό», λέει ο δρ Τόμας Σομπότκα.

– Οι άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά να κάνουν λιγότερα παιδιά, λοιπόν, ή αναγκάζονται να το κάνουν εξαιτίας οικονομικών και κοινωνικών περιορισμών;

– Η υπογεννητικότητα είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων. Αρκετοί Ευρωπαίοι αποκτούν λιγότερα παιδιά από όσα θα ήθελαν λόγω οικονομικών περιορισμών, ασταθών εργασιακών συνθηκών, προβλημάτων υγείας ή ζητημάτων που σχετίζονται με τις σχέσεις· επειδή δεν έχουν έναν κατάλληλο σύντροφο, για παράδειγμα. Συχνά αναβάλλουν την απόκτηση παιδιών για αργότερα. Η μακροχρόνια τάση καθυστέρησης της τεκνοποίησης αυξάνει τον κίνδυνο υπογονιμότητας. Ταυτόχρονα, οι νεότερες γενιές, και κυρίως η Generation Z, απομακρύνονται σταδιακά από αυτό που κάποτε ήταν όνειρο ζωής: τη δημιουργία οικογένειας.

Μικρότερη πίεση – Υπάρχει μικρότερη κοινωνική πίεση υπέρ της απόκτησης παιδιών, αλλά και μια πιο αρνητική εικόνα για το τι σημαίνει να είσαι γονιός και για τις δυσβάστακτες ευθύνες που αυτό συνεπάγεται.

Ολοένα και περισσότερες νέες γυναίκες και άνδρες δηλώνουν ότι δεν σκοπεύουν να γίνουν γονείς. Αυτή η αλλαγή στις αναπαραγωγικές προτιμήσεις συνδέεται εν μέρει με τις μεταβαλλόμενες αξίες και κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από τη γονεϊκότητα. Υπάρχει μικρότερη κοινωνική πίεση υπέρ της απόκτησης παιδιών, αλλά και μια πιο αρνητική εικόνα για το τι σημαίνει να είσαι γονιός και για τις δυσβάστακτες ευθύνες που αυτό συνεπάγεται. Και, φυσικά, σημαντικό ρόλο σε όλα αυτά έχουν οι έντονες ανησυχίες των νέων για το μέλλον, για την οικονομική ασφάλεια και το βιοτικό τους επίπεδο, με φόντο τις παγκόσμιες κρίσεις που είναι σε εξέλιξη – από την κλιματική αλλαγή και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις μέχρι τη ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης.

– Ο ρυθμός γεννήσεων στη Νότια Ευρώπη είναι από τους χαμηλότερους στον κόσμο. Ποια είναι η εξήγησή σας;

– Εδώ και πολλές δεκαετίες, οι αγορές εργασίας στη Νότια Ευρώπη χαρακτηρίζονται από υψηλότερη ανεργία, εντονότερη οικονομική αστάθεια και μεγαλύτερη εργασιακή επισφάλεια σε σύγκριση με εκείνες της υπόλοιπης Ευρώπης. Ως αποτέλεσμα, οι νέοι συχνά εργάζονται σε προσωρινές και χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Αρκετοί βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης – είναι οι λεγόμενοι NEETs (Not in Education, Employment, or Training). Παράλληλα, βιώνουν μεγαλύτερες οικονομικές ανισότητες, τόσο μεταξύ διαφορετικών περιοχών όσο και μεταξύ κοινωνικών ομάδων, και χρειάζονται πιο πολύ χρόνο για να αποκτήσουν οικονομική ασφάλεια και να κάνουν το πρώτο τους βήμα στην αγορά κατοικίας. Αυτά συνήθως αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία σταθερής σχέσης και την απόκτηση παιδιών. Ετσι, σε ένα μεγάλο ποσοστό –περίπου 25%– δεν αποκτούν παιδιά. Τέλος, υπάρχει και το πρόβλημα των έμφυλων ανισοτήτων: οι μητέρες επωμίζονται μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας των παιδιών και των οικιακών εργασιών, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν περισσότερες διακρίσεις στην εργασία. Η κατάσταση επιβαρύνεται από αναποτελεσματικές οικογενειακές πολιτικές, τόσο σε επίπεδο οικονομικής στήριξης (συμπεριλαμβανομένων των αμειβόμενων γονικών αδειών) όσο και σε επίπεδο υποδομών. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, από όσα γνωρίζω, κράτος πρόνοιας σημαίνει κυρίως στήριξη των ηλικιωμένων και των συνταξιοδοτικών συστημάτων…

– Ποιες πολιτικές θα είχαν πραγματικά θετικό αντίκτυπο;

– Εκείνες που βασίζονται σε οικονομικά κίνητρα συνήθως δεν έχουν μακροχρόνιο αποτέλεσμα, καθώς δεν μπορούν να αντισταθμίσουν το τεράστιο κόστος της ανατροφής των παιδιών, τόσο σε χρόνο όσο και σε πόρους. Αντιθέτως, οι χώρες με πιο ολοκληρωμένες οικογενειακές πολιτικές –ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πολιτικών με οικονομική στήριξη προς τις οικογένειες, ευρέως διαθέσιμη και οικονομικά προσιτή παιδική φροντίδα, καθώς και ευέλικτες γονεϊκές άδειες με αναπλήρωση εισοδήματος και δυνατότητα και στους δύο γονείς να κάνουν χρήση της άδειας– έχουν αντιμετωπίσει πολύ πιο αποτελεσματικά την υπογεννητικότητα. Και, βεβαίως, αυτά πρέπει να συνοδεύονται και από μέτρα που θα καθιστούν τη στέγαση πιο προσιτή, ευρεία πρόσβαση σε υπηρεσίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, καθώς και καλύτερη ενημέρωση για την υπογονιμότητα.

– Η Ουγγαρία περιγράφεται ως δημογραφικό παράδοξο: έχει υιοθετήσει ορισμένες από τις ισχυρότερες «φιλοοικογενειακές» πολιτικές στην Ευρώπη, ωστόσο δεν έχει καταφέρει να αναστρέψει την υπογεννητικότητα. Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση;

– Τίποτα παράδοξο δεν υπάρχει στην περίπτωση της Ουγγαρίας. Αυτό που περιγράφετε έχει καταγραφεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που βάσισαν τη στρατηγική τους σε οικονομικές παροχές. Το κόστος ανατροφής των παιδιών μέχρι την ενηλικίωση ή το τέλος των σπουδών τους στις χώρες υψηλού εισοδήματος είναι τόσο μεγάλο σήμερα, που τίποτα δεν μπορεί να το αντισταθμίσει πλήρως. Πόσο μάλλον στην Ουγγαρία, η οποία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια δεν έχει γνωρίσει ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα ευημερίας. Επομένως, οι κυβερνητικές πολιτικές έχουν περιορισμένη επιρροή στα ποσοστά γεννήσεων στην Ευρώπη και αυτό θα συνεχιστεί τις επόμενες δεκαετίες.

– Μπορεί η μετανάστευση να αντισταθμίσει ρεαλιστικά τη δημογραφική συρρίκνωση;

– Αυτό ήδη συμβαίνει εν μέρει στις πλουσιότερες χώρες. Ο λόγος για τον οποίο η Ελβετία ή η Αυστρία αύξησαν τον πληθυσμό τους ήταν η μακροχρόνια εισροή μεταναστών. Με τον ίδιο τρόπο ο πληθυσμός της Ισπανίας έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, σχεδόν 50 εκατ. Πολλοί από αυτούς τους μετανάστες έφτασαν σε μικρές ηλικίες και εντάχθηκαν στην τοπική αγορά εργασίας, ενώ αργότερα δημιούργησαν οικογένειες και απέκτησαν παιδιά.

Ανεπαρκή κίνητρα – Οι πολιτικές που βασίζονται σε οικονομικά κίνητρα συνήθως δεν έχουν μακροχρόνιο αποτέλεσμα, καθώς δεν μπορούν να αντισταθμίσουν το τεράστιο κόστος της ανατροφής των παιδιών, τόσο σε χρόνο όσο και σε πόρους.

Οι χώρες, όμως, χρειάζονται μια πιο συνεκτική στρατηγική μετανάστευσης και όχι απλώς να βασίζονται στο ότι οι μετανάστες θα επιλέξουν μόνοι τους να έρθουν. Πρέπει να ενισχύσουν τη μετανάστευση εργαζομένων υψηλής ειδίκευσης, να προσφέρουν ευκαιρίες για εκπαίδευση και κατάρτιση και να βελτιώσουν την ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου. Αυτό το αναφέρω για τις γυναίκες από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, οι οποίες συνήθως παραμένουν εκτός της επίσημης αγοράς εργασίας.

– Τελικά, έχει νόημα οι ευρωπαϊκές κοινωνίες να συνεχίσουν να επιδιώκουν την αντιστροφή της πληθυσμιακής συρρίκνωσης ή πρέπει να επικεντρωθούν στην προσαρμογή σε ένα μέλλον με μικρότερους και γηραιότερους πληθυσμούς;

– Κάθε χώρα έχει διαφορετική δημογραφική ιστορία και διαφορετικές τάσεις. Ορισμένες πράγματι θα χρειαστεί να συνεχίσουν να προσαρμόζονται σε έναν μικρότερο και γηραιότερο πληθυσμό. Παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η απόκτηση δεξιοτήτων και η συνολική διάρθρωση της αγοράς εργασίας, η κοινωνική φροντίδα και η παροχή υπηρεσιών υγείας είναι πιο σημαντικοί για τη μελλοντική επιτυχία και ευημερία των ευρωπαϊκών κοινωνιών από ό,τι η δημογραφική τους δομή ή το μέγεθος του πληθυσμού τους. Πολλές χώρες, ωστόσο, θα συνεχίσουν να δέχονται σημαντικές μεταναστευτικές ροές. Σε αυτές τις κοινωνίες, καθοριστικής σημασίας θα είναι οι στοχευμένες –και αποτελεσματικές– πολιτικές ένταξης, μαζί με τη μέγιστη δυνατή στήριξη σε όλους τους νέους ενηλίκους που σχεδιάζουν να αποκτήσουν παιδί.