Διπλωματικό φιάσκο πρώτου μεγέθους

Το σκάνδαλο Ιράν – Κόντρας εκτυλίχθηκε κατά τη διετία 1985-1986 και αποτελεί μία από τις πιο περίπλοκες και αμφιλεγόμενες σελίδες της σύγχρονης διεθνούς διπλωματικής ιστορίας. Η υπόθεση δεν κατέληξε απλώς σε ένα διπλωματικό φιάσκο πρώτου μεγέθους, αλλά υπήρξε κατάφωρη παραβίαση της επίσημης εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Επίσης, προκάλεσε και μία από τις σοβαρότερες θεσμικές κρίσεις στην ιστορία της αμερικανικής προεδρίας – έστω και χωρίς σοβαρές συνέπειες για τον πρόεδρο Ρέιγκαν και τους άμεσα εμπλεκόμενους αξιωματούχους.

Οι όμηροι της Χεζμπολάχ

Αφετηρία της υπόθεσης Ιράν – Κόντρας αποτέλεσε η αφόρητη πίεση που ασκούσε στην προεδρία Ρέιγκαν η απαγωγή Αμερικανών στον Λίβανο από τη φιλοϊρανική οργάνωση Χεζμπολάχ. Η απελευθέρωσή τους –και ιδιαίτερα του σταθμάρχη της CIA στη Βηρυτό, Ουίλιαμ Μπάκλεϊ– είχε αναχθεί σχεδόν σε προσωπική εμμονή του Αμερικανού προέδρου. Αλλοι υψηλόβαθμοι Αμερικανοί αξιωματούχοι έδιναν προτεραιότητα στην ανάγκη να υπάρξει κάποιου είδους επαναπροσέγγιση των ΗΠΑ με το Ιράν, ώστε να προληφθεί μια ανάλογη απόπειρα της ΕΣΣΔ.

Παράλληλα, το Ισραήλ διαδραμάτισε παρασκηνιακό αλλά καταλυτικό ρόλο για την έναρξη της επιχείρησης προσέγγισης ΗΠΑ – Ιράν. Για την ισραηλινή ηγεσία, ο πόλεμος Ιράν – Ιράκ προσέφερε μία ανεκτίμητη «στρατηγική ανάσα», καθώς οι δύο μεγαλύτεροι τότε περιφερειακοί αντίπαλοί του αλληλοεξουδετερώνονταν. Το Ισραήλ, ωστόσο, είχε βιώσει μια μακρά περίοδο συνεργασίας με το προεπαναστατικό Ιράν, ενώ μια περιορισμένη μυστική στρατιωτική συνεργασία Ισραήλ – Ιράν είχε συνεχιστεί και κατά την περίοδο 1980-1985.

Θεσμική κρίση – Το σκάνδαλο Ιράν – Κόντρας υπήρξε κατάφωρη παραβίαση της επίσημης εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Επίσης, προκάλεσε και μία από τις σοβαρότερες θεσμικές κρίσεις στην ιστορία της αμερικανικής προεδρίας – έστω και χωρίς σοβαρές συνέπειες για τον πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν,
αλλά και τους άμεσα εμπλεκόμενους αξιωματούχους.

Και τούτο διότι η ισραηλινή πλευρά ήλπιζε ότι ο ριζοσπαστισμός του θεοκρατικού καθεστώτος θα ήταν παροδικός, ενώ θεωρούσε ότι το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν αποτελούσε τον πιο άμεσο και επικίνδυνο αντίπαλο. Μέσω της πώλησης όπλων, οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι επιδίωκαν να προσεγγίσουν «μετριοπαθή» στοιχεία εντός του Ιράν, με την ελπίδα ότι μετά τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη, αγιατολάχ Χομεϊνί, η χώρα θα επέστρεφε στη δυτική σφαίρα επιρροής – ελπίδα που έτρεφαν και Αμερικανοί αξιωματούχοι.

Στην Τεχεράνη τα κίνητρα ήταν καθαρά πραγματιστικά. Η ιρανική ηγεσία, με πρωτεργάτη τον πρόεδρο της Βουλής Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί, γνώριζε ότι χωρίς αμερικανικά όπλα, ο πόλεμος εναντίον του Ιράκ ήταν αδύνατο να κερδηθεί. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν υπήρχαν τότε μετριοπαθείς εντός της ηγεσίας του ιρανικού καθεστώτος. Η θεωρούμενη «μετριοπαθής» πτέρυγα δεν ήταν παρά μία ομάδα πραγματιστών αξιωματούχων, έτοιμων να συνδιαλλαγούν προσωρινά ακόμη και με τις ΗΠΑ (ή και, δευτερευόντως, το Ισραήλ) προκειμένου να διασφαλίσουν την επιβίωση του ισλαμικού καθεστώτος – όχι όμως πρόθυμων για έναν αναπροσανατολισμό της ιρανικής πολιτικής. Για το Ιράν, το ζήτημα των ομήρων στον Λίβανο αποτέλεσε απλώς ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί για την απόκτηση απαραίτητων αμερικανικών όπλων, με δεδομένο ότι το σύνολο σχεδόν των ιρανικών οπλικών συστημάτων ήταν αμερικανικής προέλευσης, απότοκο της συνεργασίας των ΗΠΑ με το Ιράν του σάχη.

διπλωματικό-φιάσκο-πρώτου-μεγέθους-563934700

Με έγκριση του προέδρου

Η επιχείρηση ξεκίνησε το 1985, με το Ισραήλ να λειτουργεί ως ενδιάμεσος: έστειλε φορτία αμερικανικών όπλων στο Ιράν, ενώ οι ΗΠΑ ανέλαβαν να αναπληρώσουν το ισραηλινό οπλοστάσιο και να αποστείλουν πρόσθετο οπλισμό στην Τεχεράνη. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις των υπουργών Εξωτερικών Τζορτζ Σουλτς και Αμυνας Κάσπαρ Γουάινμπεργκερ, οι οποίοι θεώρησαν την κίνηση παράνομη και καταστροφική για την αξιοπιστία των ΗΠΑ (οι Αμερικανοί είχαν επιβάλει εμπάργκο όπλων στο Ιράν και το είχαν κατατάξει στα κράτη – υποστηρικτές της τρομοκρατίας), ο Ρέιγκαν ενέκρινε την πρωτοβουλία.

Σύντομα η διαχείριση πέρασε στον άμεσο έλεγχο του αμερικανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (NSC), το οποίο ανέλαβε και τη διοχέτευση των κερδών από τις πωλήσεις όπλων προς τους Κόντρας της Νικαράγουας, που μάχονταν το σοσιαλιστικό καθεστώς των Σαντινίστας, παρακάμπτοντας τη σχετική απαγόρευση του Κογκρέσου. Στην υπόθεση αναμείχθηκε και η CIA, η οποία παρέδωσε χάρτες και πληροφορίες –περιορισμένης όμως αξίας– για τη διάταξη των ιρακινών δυνάμεων, σε μια προσπάθεια να «δελεάσει» του Ιρανούς για τη σκοπιμότητα της συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Παρότι οι ιρανικές δυνάμεις εκμεταλλεύθηκαν τα εν λόγω δεδομένα στις επιχειρήσεις εναντίον των Ιρακινών το 1986, ωστόσο αντιλήφθηκαν άμεσα την περιορισμένη αξία του υλικού. Ιδίως εφόσον τον Μάιο του 1986 μεταφέρθηκαν στην Τεχεράνη ακόμη και κατασκευασμένες πληροφορίες περί επικείμενης σοβιετικής εισβολής, με στόχο να τρομοκρατηθεί η ιρανική ηγεσία και να στραφεί προς τη Δύση.

«Σεισμός» από τη διαρροή

Παρά τις προσπάθειες, τα αποτελέσματα της εν λόγω πολιτικής υπήρξαν πενιχρά, ιδίως για την αμερικανική και ισραηλινή πλευρά. Απελευθερώθηκαν μόλις τρεις Αμερικανοί όμηροι, αλλά σχεδόν άμεσα η Χεζμπολάχ απήγαγε τρεις άλλους. Η απόπειρα απελευθέρωσης του Μπάκλεϊ κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία, καθώς είχε ήδη αποβιώσει μήνες νωρίτερα εξαιτίας βασανιστηρίων.

Η αποκάλυψη, τον Νοέμβριο του 1986, των μυστικών επαφών ΗΠΑ – Ιράν – Ισραήλ από το λιβανέζικο περιοδικό «al-Shiraa» προκάλεσε διεθνοπολιτικό «σεισμό». Η διαρροή προήλθε ως αποτέλεσμα εσωτερικής πάλης για πολιτική επιρροή στο Ιράν. Υποστηρικτές του αγιατολάχ Χοσεΐν Αλί Μονταζερί –του ορισμένου διαδόχου του Χομεϊνί που αντιτίθετο σε κάθε συνεργασία με τις ΗΠΑ– διέρρευσαν τις πληροφορίες προκειμένου να τορπιλίσουν την απόπειρα συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Η αντίδραση του Χομεϊνί ήταν αμείλικτη. Ο ίδιος είχε εγκρίνει τις αγορές όπλων και κάλυψε τους θιασώτες της πολιτικής εκείνης, ωστόσο έλαβε άμεσα μέτρα για να περιορίσει τη ζημιά στην εικόνα του ιρανικού θεοκρατικού καθεστώτος, απαγορέυοντας κάθε συζήτηση για το θέμα.

Αμερικανικά όπλα – Λόγω του πολέμου με το Ιράκ, η Τεχεράνη είχε άμεση ανάγκη από αμερικανικά όπλα, ανταλλακτικά και πυρομαχικά, με δεδομένο ότι το σύνολο σχεδόν των ιρανικών οπλικών συστημάτων ήταν αμερικανικής προέλευσης, απότοκο της στρατηγικής συνεργασίας των Ηνωμένων Πολιτειών με το προεπαναστατικό Ιράν του σάχη.

Η διαρροή προκάλεσε σημαντικό ρήγμα στις σχέσεις Χομεϊνί – Μονταζερί (η οριστική ρήξη θα επέλθει το 1988), ενώ εκτελέστηκαν συνεργάτες του τελευταίου. Για το θεοκρατικό καθεστώς, η αποκάλυψη των διαπραγματεύσεων με ΗΠΑ και Ισραήλ ήταν ταπεινωτική, καθώς εμφανίστηκε να συνεργάζεται κρυφά με τους εχθρούς που δημοσίως καυτηρίαζε. Ιρανοί αξιωματούχοι και προσωπικά ο Χομεϊνί υιοθέτησαν ολοένα και περισσότερο εμπρηστική ρητορική, ειδικά εναντίον του Ισραήλ, κηρύττοντας την ανάγκη εξάλειψής του. Παράλληλα, κατέρρευσε και ο μύθος περί ύπαρξης «μετριοπαθών» Ιρανών καθεστωτικών.

Η εκτίμηση της CIA και του Λευκού Οίκου, που βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε ανυπόστατες πληροφορίες και θεωρίες, υπήρξε ανεδαφική. Η Ουάσιγκτον έπεσε θύμα της ίδιας της επιθυμίας της να βρει εταίρο στην Τεχεράνη, αγνοώντας ότι η ιρανική ηγεσία, παρά τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, παρέμενε πιστή στους στρατηγικούς της στόχους.

Καταστροφικές επιπτώσεις

Οι επιπτώσεις του σκανδάλου Ιράν – Κόντρας στις αμερικανοϊρανικές σχέσεις ήταν καταστροφικές. Η αντιπαλότητα μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης παγιώθηκε. Η αποκάλυψη του σκανδάλου προκάλεσε σοβαρές, αν και προσωρινές, τριβές και μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ. Η ισραηλινή πλευρά αποπειράθηκε να μεταθέσει την πλήρη ευθύνη στις ΗΠΑ – γεγονός που εξόργισε την Ουάσιγκτον. Επίσης, το Ισραήλ διακήρυξε το δικαίωμά του να προωθήσει, μονομερώς, την αμυντική συνεργασία με το Ιράν, ενώ συνέχισε να πιέζει την αμερικανική κυβέρνηση να μην εγκαταλείψει την απόπειρα προσέγγισης με την Τεχεράνη, καλώντας τη μάλιστα να αγνοήσει τις ανησυχίες των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου. Το Ισραήλ επιδίωκε τη διαιώνιση του πολέμου και πάντως την ενίσχυση του Ιράν ως αντίβαρο στο Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, που τότε ήταν το ισχυρότερο στρατιωτικά αραβικό κράτος με αντιισραηλινή ατζέντα.

Οι ΗΠΑ αυτοπαγιδεύτηκαν σε μια πολιτική που υπονόμευε την προσπάθειά τους να στηριχθεί το Ιράκ και ιδίως τα γειτονικά του αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου έναντι της ιρανικής στρατηγικής και ιδεολογικής πρόκλησης. Ετσι, το σκάνδαλο Ιράν – Κόντρας αποτέλεσε ένα μνημείο διπλωματικής αποτυχίας. Αντί να απελευθερώσει Αμερικανούς ομήρους, οδήγησε σε νέες απαγωγές. Αντί να ανοίξει λειτουργικούς διαύλους με το Ιράν, κατέστρεψε κάθε πιθανότητα επικοινωνίας στο μέλλον. Αντί να ενισχύσει τη θέση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, εξόργισε τους Αραβες συμμάχους και έπληξε ανεπανόρθωτα το κύρος και την αξιοπιστία της αμερικανικής ηγεσίας. Τέλος, ούτε η αμερικανική υποστήριξη προς τους Κόντρας απέδωσε καρπούς.

*Ο κ. Διονύσης Χουρχούλης είναι αν. καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ