Δικαστική απόφαση και αισθητική κρίση

Φόρτωση Text-to-Speech…

Ο φωτογράφος, ζωγράφος και επιμελητής εκθέσεων Εντουαρντ Στάιχεν (1879-1973) αγόρασε στο Παρίσι το έργο του Μπρανκούζι «Πουλί στον χώρο» (Oiseau dans l’ espace) και το έφερε στη Νέα Υόρκη, την 1η Οκτωβρίου 1926. Στο τελωνείο τού ζητήθηκε να καταβάλει, και κατέβαλε πράγματι, δασμό 40% επί της αξίας του αντικειμένου, μολονότι τα έργα τέχνης ήταν απαλλαγμένα από αυτό το βάρος. Στις 17 Μαρτίου 1927, ο Μπρανκούζι καταθέτει προσφυγή κατά του αμερικανικού δημοσίου. Στις 21 Οκτωβρίου 1927 αρχίζει η περίφημη δίκη, προκειμένου να κριθεί αν το «Πουλί στον χώρο» του Μπρανκούζι είναι έργο τέχνης (οπότε απαλλάσσεται του δασμού) ή απλό χρηστικό αντικείμενο (οπότε νομίμως επιβλήθηκε ο δασμός). Τα πρακτικά της πολυσυζητημένης δίκης μπορεί να τα διαβάσει κάποιος στο βιβλίο «Brancusi κατά Ηνωμένων Πολιτειών. Η ιστορική δίκη, 1927-1928», μτφρ. Μαρίνα Παππά, εισαγωγή – επιμέλεια Νίκος Δασκαλοθανάσης, ύψιλον/βιβλία, 2003. Το βιβλίο αποτελεί μετάφραση από αντίστοιχη γαλλική έκδοση (1995), σε συνδυασμό με την αγγλική (1999), καλύτερα ωστόσο επιμελημένο και από τις δύο.

Στις 21 Οκτωβρίου 1927 άρχισε η δίκη, προκειμένου να κριθεί αν το «Πουλί στον χώρο» είναι έργο τέχνης ή χρηστικό αντικείμενο. Τα πρακτικά μπορεί να τα διαβάσει κανείς στο βιβλίο «Brancusi κατά Ηνωμένων Πολιτειών. Η ιστορική δίκη, 1927-1928».

Οι τελωνειακοί υπάλληλοι υποχρέωσαν τον Στάιχεν να καταβάλει δασμό, επειδή προφανώς θεώρησαν ότι το «Πουλί στον χώρο» δεν είναι έργο τέχνης αλλά βιομηχανικό μεταλλικό αντικείμενο γενικής χρήσης. Η απόφασή τους, όσο και αν μας ξενίζει σήμερα, ήταν σύμφωνη με την κυρίαρχη άποψη της εποχής περί γλυπτικής τέχνης, όπως είχε αποτυπωθεί και σε προηγούμενη δικαστική απόφαση του 1916: «Η γλυπτική ως τέχνη είναι ο κλάδος των καλών τεχνών ο οποίος συνίσταται στην αποκοπή ή τη σμίλευση της πέτρας ή άλλου συμπαγούς υλικού, ή στο πλάσιμο με πηλό ή άλλο εύπλαστο υλικό, με στόχο την αναπαραγωγή μέσω λάξευσης ή χύτευσης απομιμήσεων των φυσικών αντικειμένων, κυρίως της ανθρώπινης μορφής, που αναπαριστώνται στις πραγματικές τους αναλογίες μήκους, πλάτους και πάχους ή μόνο μήκους και πλάτους» (σ. 145-146).

«Νέα σχολή»

Η δίκη κράτησε καιρό, εξετάστηκαν μάρτυρες, κατέθεσε και ο ίδιος ο γλύπτης και στο τέλος, στις 26 Νοεμβρίου 1928, το τελωνειακό δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών έκανε δεκτή την προσφυγή του Μπρανκούζι, με κύριο επιχείρημα ότι έχουν αλλάξει πλέον οι απόψεις περί γλυπτικής τέχνης: «Στο μεταξύ, όμως, έχει διαμορφωθεί μια λεγόμενη νέα καλλιτεχνική σχολή, οι υποστηρικτές της οποίας προσπαθούν μάλλον να απεικονίσουν αφηρημένες ιδέες παρά να μιμηθούν φυσικά αντικείμενα. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνούμε ή όχι με αυτές τις νεωτεριστικές ιδέες και τις σχολές που τις αντιπροσωπεύουν, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το γεγονός της ύπαρξής τους και η επιρροή τους στον κόσμο της τέχνης, έτσι όπως αναγνωρίζεται από τα δικαστήρια, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν. Το επίμαχο αντικείμενο φαίνεται πως έχει αποκλειστικά διακοσμητικό σκοπό· άρα, χρήση ανάλογη με οποιοδήποτε γλυπτό των δασκάλων της παράδοσης. Εχει όμορφο και συμμετρικό περίγραμμα, και, παρότι υπάρχει κάποια δυσκολία ως προς τη συνειρμική του σύνδεση μ’ ένα πουλί, θέλγει το βλέμμα και έχει υψηλή διακοσμητική αξία. Διά ταύτα, εφόσον σύμφωνα με τις έγκυρες μνημονευθείσες απόψεις διαφάνηκε πως το επίμαχο αντικείμενο αποτελεί πρωτότυπο προϊόν επαγγελματία γλύπτη, γλυπτό και έργο τέχνης, το αίτημα του προσφεύγοντος γίνεται δεκτό […]» (σ. 145-146). Κατόπιν αυτού ο καταβληθείς δασμός επιστράφηκε.

Η αρχική απόφαση του τελωνείου είχε θυμώσει τότε πολλούς, που ήξεραν τι σημαίνει Μπρανκούζι, ένας από τους οποίους ήταν και ο Πάουντ (βλ. επιστολή του στον Μπρανκούζι, σ. 166). Το δικαστήριο ωστόσο, κάθε δικαστήριο, οφείλει να μην είναι θυμωμένο αλλά να κρίνει ψύχραιμα, με γνώση και σύνεση. Προκειμένου να αποφασίσει το εν λόγω δικαστήριο αν νομίμως ή όχι καταβλήθηκε δασμός, ήταν υποχρεωμένο προηγουμένως να κρίνει αν το εισαχθέν είναι έργο τέχνης ή όχι. Πώς όμως θα μπορούσε να κρίνει κάτι τέτοιο; Οι δικαστές δεν είναι καλλιτέχνες ούτε τεχνοκριτικοί ούτε διευθυντές γκαλερί και μουσείων. Οι δικαστές του συγκεκριμένου τελωνειακού δικαστηρίου δεν ήταν ασφαλώς τίποτε από όλα αυτά, υπήρξαν όμως ευτυχώς σώφρονες: δεν ανέλαβαν να απαντήσουν εκείνοι στο δυσαναπάντητο ερώτημα τι είναι έργο τέχνης, αλλά προσπάθησαν να κατανοήσουν, έχοντας δει με τα ίδια τους τα μάτια το επίδικο αντικείμενο και εξετάζοντας μάρτυρες που ήταν γνώστες των εικαστικών ζητημάτων, ποια είναι η σύγχρονη αντίληψη περί γλυπτικής τέχνης. Εντέλει κατάλαβαν ότι η περί τέχνης αντίληψη έχει πράγματι αλλάξει και ότι σύμφωνα με τη νέα αντίληψη το «Πουλί στον χώρο» του Μπρανκούζι είναι έργο τέχνης.

Οι δικαστές έπρεπε να αποφασίσουν εάν επρόκειτο για έργο τέχνης ή όχι. Δεν ήταν τεχνοκριτικοί, ήταν όμως σώφρονες: δεν ανέλαβαν να απαντήσουν στο ερώτημα τι είναι έργο τέχνης, αλλά να κατανοήσουν τη σύγχρονη αντίληψη περί γλυπτικής.

Ζωγραφική και φωτογραφία

Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο δικαστής ρωτάει κάποια στιγμή τον Στάιχεν κάτι σχετικό με τη δουλειά του ως ζωγράφου και φωτογράφου κι εκείνος απαντά: «Τραβάω φωτογραφίες με τη μηχανή και ζωγραφίζω πίνακες. Δεν έχει καμία σχέση το ένα με το άλλο» (σ. 35). Με αφορμή πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις στη χώρα μας, ας μου επιτραπεί να σημειώσω εδώ πως αυτή η απλή ιδέα, ότι άλλο η φωτογραφία και άλλο η ζωγραφική, δεν είναι, καταπώς φαίνεται, κατανοητή από πολλούς στη σημερινή Ελλάδα και έτσι καταλήγουν να κρίνουν ότι ένα ζωγραφικό έργο που εμπνέεται από μια φωτογραφία αποτελεί άνευ ετέρου αντιγραφή και κλοπή πνευματική ιδιοκτησίας. Αν όμως ισχύει κάτι τέτοιο, η μισή ζωγραφική θα ήταν λογοκλοπή. Ο μεγαλύτερος αριθμός ζωγραφικών πορτρέτων από τα μέσα του 19ου αι. γίνεται από φωτογραφίες. Δεν απαιτούμε βεβαίως από τους δικαστές να είναι ιστορικοί ή κριτικοί τέχνης, δικαιούμαστε ωστόσο να αξιώνουμε να αντιμετωπίζουν τα αισθητικά ζητήματα, όπως, επί παραδείγματι, τι συνιστά αντιγραφή στη ζωγραφική τέχνη, με τη σοβαρότητα των Αμερικανών συναδέλφων τους, δηλαδή με αυτοψία και προσφυγή στη γνώση των ειδικών και στη βιβλιογραφία.