Τη στρατηγική πίσω από την επιτάχυνση της πρόωρης αποπληρωμής του ελληνικού δημοσίου χρέους επιχείρησε να εξηγήσει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, απαντώντας μέσω βίντεο σε ορισμένα από τα βασικά ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί γύρω από την επιλογή της κυβέρνησης.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι πρόωρες αποπληρωμές ύψους 12,8 δισ. ευρώ, αλλά και το ερώτημα εάν είναι συμφέρουσα η αποπληρωμή δανείων της περιόδου των μνημονίων σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα εξακολουθεί παράλληλα να δανείζεται από τις αγορές. Οπως υποστήριξε ο υπουργός, η επιλογή δεν αφορά μόνον τη σημερινή εικόνα των δημοσίων οικονομικών, αλλά κυρίως τη μείωση των υποχρεώσεων που διαφορετικά θα μεταφέρονταν στις επόμενες δεκαετίες.
«Οι εύκολες αποφάσεις κοιτάζουν το σήμερα, οι δύσκολες κοιτάζουν την επόμενη γενιά», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης στάθηκε αρχικά στον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα επιλέγει να εξοφλήσει πρόωρα ιδιαίτερα φθηνά δάνεια, με επιτόκιο της τάξης του 1,5%.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η εικόνα δεν ανταποκρίνεται στους σημερινούς όρους των συγκεκριμένων υποχρεώσεων. Τα διμερή δάνεια που χορηγήθηκαν στην Ελλάδα στο πλαίσιο του πρώτου μνημονίου έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο συνδέεται με το Euribor και επιβαρύνεται με επιπλέον 0,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Με τα σημερινά δεδομένα, όπως ανέφερε, το συνολικό κόστος τους βρίσκεται περίπου στο 3%. Η διαφορά έχει σημασία, καθώς αποτελεί βασικό στοιχείο του οικονομικού υπολογισμού για το εάν συμφέρει το Δημόσιο να διατηρεί διαθέσιμα κεφάλαια ή να τα χρησιμοποιεί για να περιορίσει το χρέος του.
Ενα δεύτερο ερώτημα αφορά το κατά πόσον έχει νόημα η χώρα να βγαίνει στις αγορές για νέο δανεισμό και ταυτόχρονα να προχωράει σε πρόωρες αποπληρωμές. Ο υπουργός υποστήριξε ότι τα δύο δεν πρέπει να συγχέονται. Οπως εξήγησε, ο νέος δανεισμός χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο για την αναχρηματοδότηση των κανονικών λήξεων του χρέους, ενώ παράλληλα επιτρέπει στην Ελλάδα να διατηρεί σταθερή παρουσία στις διεθνείς αγορές ομολόγων.
Για το 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η Ελλάδα αναμένεται να αντλήσει περίπου 8 δισ. ευρώ από τις αγορές, την ώρα που οι τακτικές αποπληρωμές χρέους φθάνουν τα 8,9 δισ. ευρώ. Με βάση αυτή την εικόνα, ο κ. Πιερρακάκης τόνισε ότι τα επιπλέον 12,8 δισ. ευρώ των πρόωρων αποπληρωμών δεν καλύπτονται μέσω νέου δανεισμού.
Η χρηματοδότηση των πρόωρων αποπληρωμών προέρχεται, σύμφωνα με τον υπουργό, από τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου και από το δημοσιονομικό πλεόνασμα. Εδώ βρίσκεται και ένα κρίσιμο στοιχείο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας: τα πλεονάσματα δεν μπορούν, λόγω των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων, να μετατραπούν αυτομάτως και στο σύνολό τους σε πρόσθετες δημόσιες δαπάνες ή παροχές.
Παράλληλα, τα διαθέσιμα κεφάλαια αποφέρουν, σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, χαμηλότερη απόδοση από το επιτόκιο που καταβάλλει το Δημόσιο για το χρέος που προτίθεται να εξοφλήσει.
Υπ’ αυτή την έννοια, το οικονομικό επιχείρημα είναι ότι η πρόωρη αποπληρωμή περιορίζει το καθαρό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, αντί το Δημόσιο να διακρατεί κεφάλαια με χαμηλότερη απόδοση.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, στοιχείο της στρατηγικής αφορά το 2032. Πρόκειται για τη χρονιά κατά την οποία, σύμφωνα με τον υπουργό, θα άρχιζαν να επιβαρύνουν το ελληνικό δημόσιο χρέος αναβαλλόμενοι τόκοι που συνδέονται με τις ρυθμίσεις της περιόδου της κρίσης. Το συνολικό ύψος αυτών των υποχρεώσεων εκτιμάται, όπως είπε, σε 25 έως 30 δισ. ευρώ. «Η Ελλάδα πλήρωσε πολύ ακριβά την πρακτική τού να μεταφέρει τα βάρη της στο μέλλον. Δεν θα κάνουμε το ίδιο. Δεν θα στείλουμε ξανά τον λογαριασμό στα παιδιά μας», κατέληξε ο Κυριάκος Πιερρακάκης.