Ο φίλος μου ο Ν. έχει, εδώ και χρόνια, έναν μαύρο γάτο. Ψέματα, έχει έναν μαύρο γάτο που λατρεύει· ας τον πούμε Dark. Ο Dark είναι οκτώ ετών και γενικά υγιής – ή τουλάχιστον ήταν, μέχρι την αποφράδα εκείνη Δευτέρα που κατέπεσε αθόρυβα. Δεν σάλευε, δεν έτρωγε, με το ζόρι ανάσαινε. Διακομίστηκε εσπευσμένως στο νοσοκομείο και κρατήθηκε επί δύο εικοσιτετράωρα για πλήρες τσεκάπ. Οι εξετάσεις του δεν έδειξαν τίποτα το σοβαρό και ο γιατρός ειδοποίησε τον Ν. να περάσει από την κλινική για να τον πάρει σπίτι.
Την επόμενη μέρα, ο Ν. με παίρνει τηλέφωνο: «Το γατί συμπεριφέρεται πολύ περίεργα. Αφήνει το μισό του φαΐ στο πιάτο – ενώ έτρωγε πολύ λαίμαργα. Αράζει στο πάνω ράφι της βιβλιοθήκης – ενώ συνήθως λαγοκοιμόταν στους καναπέδες». Γνωρίζοντας ότι τα γατιά αποφεύγουν την επαφή με άλλα όντα όταν διαισθάνονται το τέλος τους, του κάνω την κρίσιμη ερώτηση: «Το βράδυ κοιμάται πλάι σου;». «Ναι, κανονικά». «Ε, θα είναι ακόμη υπό την επήρεια των ηρεμιστικών, θα συνέλθει».
Δεν συνήλθε. Αντίθετα, άρχισε να συμπεριφέρεται όλο και πιο περίεργα, σαν να ήταν άλλος γάτος. «Βρε, είσαι σίγουρος ότι είναι ο δικός σου;» τον ρώτησα κάποια στιγμή, αστειευόμενος. Σχεδόν μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.
Μία εβδομάδα μετά την επιστροφή του γάτου, χτυπάει το κουδούνι. Στο θυροτηλέφωνο ο φίλος μου βλέπει μια κυρία με έναν γάτο στο κλουβί. Μαύρο γάτο. «Με συγχωρείτε, νομίζω ότι έχετε πάρει τον γάτο μου κι εγώ τον δικό σας»…
Στο τηλέφωνο ο γιατρός είναι ήπια απολογητικός: «Ξέρετε, τέτοια μπερδέματα γίνονται πολύ σπάνια. Για την ακρίβεια, δεν συμβαίνουν σχεδόν ποτέ όταν τα ζώα έχουν μικροτσίπ. Στην περίπτωσή σας, κανένα από τα δύο ζώα δεν ήταν τσιπαρισμένο. Που είναι και παράνομο, ξέρετε».
Οι γάτοι επαναπατρίστηκαν κανονικά. Οι ιδιοκτήτες τους αποφάσισαν να μη δώσουν συνέχεια, δεδομένου ότι ο γιατρός είχε ένα δίκιο: ένα τσιπάκι θα τους γλίτωνε από την περιπέτεια. Ο φίλος μου ήταν απλώς αμελής. Η κυρία είχε μια άλλη δικαιολογία: «Να σας πω, πιστεύω ότι το τσιπάρισμα σε τόσο νεαρή ηλικία είναι μια μορφή κακοποίησης». Ασχολίαστο…
Ηθικό δίδαγμα δεν έχω να προτείνω. Αντ’ αυτού, θα προσφέρω μια απλή διαπίστωση. Τα γατιά, με τη στωική προσαρμοστικότητα που χαρακτηρίζει το είδος τους, σκέφτηκαν (λέω εγώ τώρα): «Σπίτι φιλόξενο το ένα, σπίτι με θαλπωρή το άλλο· ας μην το ψειρίζουμε, καλά είμαστε κι εδώ». Τι τα θέλετε, έτσι είναι οι γάτες – χρόνια το λέω. Τα αφεντικά τους, από την άλλη, πήραν ένα μάθημα και ελπίζω ότι θα σημάνουν τα ζώα τους, ακόμα κι αν «δεν βγαίνουν ποτέ από το σπίτι» (έλα μου ντε που βγαίνουν!).
Και το κλου της ιστορίας: στην ερώτηση του φίλου μου «πώς καταλάβατε ότι ο γάτος δεν ήταν δικός σας;», η απάντηση ήταν «έτρωγε πολύ λαίμαργα». Ψυχανεμίζομαι ότι, αν δεν υπήρχε αυτή η διαφορά, τα ζώα θα βρίσκονταν ακόμη στα λάθος σπίτια. Και δεν θα έτρεχε κάστανο…