BofA: Ατελής η ανάκαμψη της Ελλάδας

Φόρτωση Text-to-Speech…

Η ανάκαμψη της Ελλάδας από την κρίση χρέους είναι εντυπωσιακή, αλλά παραμένει ατελής. Και αυτό διότι έχει βασιστεί κυρίως στη «διόρθωση» των δημοσιονομικών μεγεθών, η οποία, ωστόσο, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη βελτίωση της οικονομικής θέσης του ιδιωτικού τομέα. Οι ισολογισμοί των ελληνικών επιχειρήσεων παραμένουν αδύναμοι, ενώ τα νοικοκυριά παραμένουν «εγκλωβισμένα» στην αδυναμία αποταμίευσης και σε εισοδήματα που δεν επέστρεψαν ποτέ στα προ κρίσης επίπεδα, σύμφωνα με ανάλυση της Bank of America (BofA) για την προσαρμογή των χωρών της περιφέρειας τα τελευταία χρόνια.

Ειδικότερα, όπως σημειώνει η BofA, πριν από την κρίση δημοσίου χρέους, οι χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης κατέγραφαν επίμονα εξωτερικά ελλείμματα. Η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία εμφάνιζαν τις πιο έντονες ανισορροπίες, ενώ στην Ιταλία η εικόνα ήταν κάπως καλύτερη. Η προσαρμογή μετά την κρίση ήταν εντυπωσιακή. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2010, και οι τέσσερις οικονομίες είχαν μεταβεί είτε κοντά στην ισορροπία είτε σε πλεόνασμα, με την περιφέρεια να φαίνεται έτσι να έχει μετακινηθεί από τη χρόνια εξωτερική εξάρτηση σε μια πιο σταθερή εξωτερική βάση.

Η εικόνα μετά την πανδημία αποκαλύπτει τέσσερις διαφορετικές ιστορίες στις χώρες του Νότου.

Εξετάζοντας, ωστόσο, αυτή την προσαρμογή, η αμερικανική τράπεζα διαπιστώνει ότι ήταν κυρίως μια ιστορία αποκατάστασης των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα σε όλες τις χώρες, με εξαίρεση την Ελλάδα. Οι κυβερνήσεις απορρόφησαν μεγάλο μέρος της προσαρμογής μέσω ευρύτερων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, με αποτέλεσμα μέρος της αστάθειας που κάποτε υπήρχε στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις να έχει μεταφερθεί στους ισολογισμούς των κρατών. Ως εκ τούτου, τα δημόσια οικονομικά παραμένουν πηγή ευπάθειας στις περισσότερες χώρες.

Σύμφωνα με την BofA, η εικόνα μετά την πανδημία αποκαλύπτει τέσσερις διαφορετικές ιστορίες στις χώρες του Νότου.

bofa-ατελής-η-ανάκαμψη-της-ελλάδας-564397444

Στην Ισπανία, η σοβαρή επιδείνωση που σχετίστηκε με την άνθηση της αγοράς κατοικίας και πιστώσεων ακολουθήθηκε από μια παρατεταμένη περίοδο απομόχλευσης του ιδιωτικού τομέα και ενίσχυσης των ισολογισμών, ιδίως στον εταιρικό τομέα. Και ο ιδιωτικός τομέας συνολικά μετατράπηκε σε διαρθρωτικό καθαρό αποταμιευτή. Οι ισχυροί ισολογισμοί των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων έχουν υπεραντισταθμίσει τα ακόμη αδύναμα θεμελιώδη μεγέθη του δημόσιου τομέα, αφήνοντας τον συνολικό εγχώριο ισολογισμό της Ισπανίας άνετα πάνω από τον ιστορικό του μέσο όρο.

Ο συνολικός εγχώριος ισολογισμός της Ιταλίας έχει ανακάμψει σε μεγάλο βαθμό από τις αδυναμίες του παρελθόντος. Τα ιταλικά νοικοκυριά ήταν ήδη διαρθρωτικοί αποταμιευτές πριν από την κρίση και παρέμειναν έτσι, ενώ οι γενικότερα ισχυρότεροι ισολογισμοί επιχειρήσεων και νοικοκυριών αντισταθμίζουν την πολύ ασθενέστερη θέση του δημόσιου τομέα.

Η Πορτογαλία ξεχωρίζει, έχοντας επιτύχει ευρεία εξυγίανση των ισολογισμών σε ολόκληρη την οικονομία. Ο εταιρικός τομέας βελτιώθηκε σημαντικά μετά την κρίση, ενώ η αποταμίευση των νοικοκυριών έπαιξε σημαντικότερο ρόλο στη σταθεροποίηση της εξωτερικής θέσης με την πάροδο του χρόνου. Σε αντίθεση με την Ιταλία, όπου οι ευπάθειες του δημόσιου χρέους παραμένουν σημαντικές, ή την Ισπανία, όπου η ανάκαμψη αφορά κυρίως τον ιδιωτικό τομέα, η βελτίωση της Πορτογαλίας έχει αποκτήσει ολοένα και μεγαλύτερη ευρεία βάση, αφήνοντας τον συνολικό εγχώριο ισολογισμό στην ισχυρότερη θέση εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες.

Η Ελλάδα αποτελεί την κύρια εξαίρεση, τονίζει η BofA. Ο δημόσιος τομέας έχει βελτιώσει σημαντικά τον ισολογισμό του από την κρίση χρέους, αλλά αυτό δεν έχει ακολουθηθεί από ανάλογη βελτίωση στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις. Ως αποτέλεσμα, η συνολική ισχύς του εγχώριου ισολογισμού της Ελλάδας έχει παραμείνει μεν κοντά στα ιστορικά πρότυπα, ωστόσο η βελτίωση επικεντρώνεται κυρίως στην ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους και όχι στην ευρύτερη χρηματοδότηση της οικονομίας ή την αποκατάσταση της μόχλευσης.

Με άλλα λόγια, η προσαρμογή της Ελλάδας δεν αφορά τον ιδιωτικό τομέα, τονίζει η αμερικανική τράπεζα, αλλά οφείλεται σε μια έκτακτη δημοσιονομική διόρθωση και σε μια σοβαρή συμπίεση της εγχώριας ζήτησης. Σε αντίθεση με την Ιταλία ή την Πορτογαλία, τα νοικοκυριά δεν έγιναν ποτέ ένας ισχυρός τομέας καθαρής αποταμίευσης στην Ελλάδα, αντανακλώντας την ασθενή δυναμική του εισοδήματος και μια παρατεταμένη περίοδο εξυγίανσης των ισολογισμών τους. Οι επιχειρήσεις έχουν γίνει «καθαροί οφειλέτες» κατά την περίοδο μετά την πανδημία, δηλαδή βασίζονται σε εξωτερική χρηματοδότηση για να καλύψουν τις ανάγκες τους, αφήνοντας την εγχώρια βάση αποταμίευσης ασθενέστερη από ό,τι για τις υπόλοιπες χώρες.

Τα παραπάνω αντικατοπτρίζονται άλλωστε ξεκάθαρα και στο ότι παρά τη θεαματική μείωση των κόκκινων δανείων στους ισολογισμούς των ελληνικών τραπεζών, η διαδικασία εξυγίανσης δεν έχει ολοκληρωθεί για την πραγματική οικονομία, ενώ σημαντικό μερίδιο του πληθυσμού παραμένει χωρίς πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τραπεζικές υπηρεσίες. Σε έκθεσή του το ΔΝΤ τον Ιούνιο υπολόγισε ότι δάνεια ύψους 72,6 δισ. ευρώ παραμένουν στους servicers και εκτός τραπεζικών ισολογισμών.