ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Θάλασσα σώσε με
εκδ. Ικαρος, σελ. 344
Σε δύο τουλάχιστον σημεία εφάπτεται το μυθιστόρημα της Ευτυχίας Γιαννάκη με την πραγματικότητα: στη δήμευση της περιουσίας μελών της εβραϊκής κοινότητας Θεσσαλονίκης τα χρόνια της Κατοχής και στην υπόθεση Μονσελά. Ο δολοφόνος της Χαράς Δροσάκη, της εύπορης δικηγόρου που θα βρεθεί νεκρή σε μια παραλία στο Τολό, είναι κι αυτός παρκαδόρος, σαν τον Μονσελά. Φυσικά, τη σκοτώνει από αγάπη, επειδή εκείνη του ζητάει να τη λυτρώσει από τον πόνο.
Η Γιαννάκη εξακτινώνει αυτή την ακραία συνθήκη, σε ποικίλες παραλλαγές, στις ερωτικές σχέσεις των ενάρετων ηρώων της, κατασκευάζοντας το υπαρξιακό υπόστρωμα του μύθου. Η οικογένεια Καψάλη συνιστά τον αντίθετο πόλο του μυθιστορήματος. Κατέχοντας πληροφορίες για τις ύποπτες διαδρομές χρήματος και ιδιοκτησιών, από τα μετακατοχικά χρόνια, όταν διατηρούσε τυπογραφείο στη Θεσσαλονίκη, στήνει μια αυτοκρατορία στον χώρο του τουρισμού. Πολιτικοί, εισαγγελείς, υψηλόβαθμοι αστυνομικοί, όλοι μετέχουν σε μια ιστορία διαπλοκής.
Η Γιαννάκη φροντίζει να κατατοπίσει τον αναγνώστη, ακόμα κι εκείνον που δεν έχει διαβάσει τα προηγούμενα επτά μυθιστορήματα με ήρωα τον αστυνόμο Χάρη Κόκκινο, για κομβικά γεγονότα που έχουν διαμορφώσει την προσωπικότητά του. Μπορεί η πρόζα να είναι ζυγισμένη, αν και ομολογουμένως επίπεδη, αλλά ο χαρακτήρας του Κόκκινου δύσκολα πείθει. Ο αστυνόμος φέρει το τραύμα της απώλειας του γιου του: «Είχε μάθει από την καλή και από την ανάποδη πως η αγάπη που δεν δίνεται στην ώρα της ισοδυναμεί με έγκλημα». Η ωριμότητά του στέκει, όμως, σε αναντιστοιχία με τα λεγόμενα και τις σκέψεις που προτάσσονται στο κείμενο. Η Γιαννάκη παρεμβάλλει διαρκώς αποφθέγματα, ψυχολογικές επεξηγή-σεις και κοινότοπες γενικεύσεις:
«Πλέον γνώριζε ότι το μόνο που είχε αγαπήσει πραγματικά στη ζωή του ήταν το σκοτάδι. Oχι μόνο των γυναικών με τις οποίες δέθηκε, αλλά το δικό του μυστήριο».
«Ισως αυτός να ήταν ο δρόμος, να χάνεται κανείς ακολουθώντας τον κατάλληλο άνθρωπο. Ισως αυτό δεν είχε καταφέρει ποτέ ο ίδιος, να δει έναν άλλον ορίζοντα μέσα από τα μάτια μιας άγνωστης».
«Ο Κόκκινος σκέφτηκε πως σε αυτή τη χώρα, αυτό που πέθαινε τελευταίο ήταν η διαφθορά».
Οι ήρωες παύουν να αποτελούν φορείς αντιφάσεων, που χτίζει η συγγραφέας, και μετατρέπονται σε αγγελιοφόρους μιας φθηνής ρητορικής. Το μυθιστόρημα διολισθαίνει σε αυτοματισμούς και διευκολύνσεις, που οδηγούν σε μια δομική ασυμμετρία: καίριες ηθικές/ψυχολογικές σκιαγραφήσεις αμαυρώνονται από συναισθηματισμούς και εκφάνσεις μελοδράματος. Ενώ αποτυπώνεται δόκιμα η διαπλοκή, το αλγοριθμικά δυσώδες περιβάλλον της κοινωνικής δικτύωσης και η βαριά σκιά των παρακολουθήσεων, το θόλωμα διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα, στο δίκαιο και στο άδικο, παραμένει τραχύ. Το παρελθόν του δολοφόνου της Δροσάκη, για παράδειγμα, βρίθει συννοσηροτήτων. Η συσσώρευση ψυχικών τραυμάτων και κοινωνικών στερήσεων δεν βαθαίνει τον χαρακτήρα. Αντιθέτως τον καθιστά αφηγηματικά προβλέψιμο, σαν να μην αρκεί μία μόνο αιτία για να εξηγήσει την ηθική αμφισημία.

Η πλοκή είναι οριακά τετριμμένη, χωρίς ευπρόσδεκτες ανατροπές. Το τέλος, παρότι ορθώς προοικονομημένο, είναι άχρωμο – κι ας υπαινίσσεται ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του Κόκκινου. «Μπορεί να πέθαιναν εκεί, να εμφανιζόταν κάποιος που θα τους έβγαζε όλους από τη μέση, σε μια άδεια παραλία, στη μέση του πουθενά […], αλλά εξακολουθούσαν να προχωρούν, μόνοι τους κόντρα σε όλα, κόντρα στον κόσμο […]», διαβάζουμε σε μια αποστροφή που συνάδει περισσότερο με παρέα λυκόπουλων παρά με χαρακτήρες που στέκονται στο χείλος του γκρεμού. Η Γιαννάκη είναι μια ψυχική ανατόμος με πόθο για προσιτή λογοτεχνία αμφιβόλου ποιότητας. Εμπιστεύεται, πιθανώς συνειδητά, περισσότερο τα μεγάλα λόγια παρά τις μικρές χειρονομίες για να κολακέψει το κοινό που θέλγεται από την ερμηνευτική διαφάνεια. Το μυθιστόρημα θα αποκτούσε στιβαρότητα αν η συγγραφέας είχε ξεφορτωθεί όλα αυτά τα ψιμύθια ευτελούς (ανα)στοχαστικότητας και είχε πιστέψει ότι οι πράξεις αρκούν για να παραγάγουν νόημα.
Η θάλασσα παρουσιάζεται ως αντίπαλον δέος λύτρωσης από τα δεινά της ύπαρξης. Αυτό το «Θάλασσα σώσε με» του τίτλου, εκτός από τελευταία λόγια της Δροσάκη, είναι και μια υπόρρητη εμμονή των υπόλοιπων ηρώων· πιθανή κραυγή επιστροφής στην ανυπαρξία ή, έστω, στην υδάτινη ολβιότητα της μήτρας. Η σύλληψη, ωστόσο, προσκρούει στο γνωστό πρόβλημα: είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανανεώσει κανείς λογοτεχνικά τη σοφόκλεια διαπίστωση ότι «το καλύτερο είναι να μην έχει γεννηθεί κανείς», όταν η ίδια η τραγική της λιτότητα εξακολουθεί να υπερβαίνει κάθε σύγχρονη παραλλαγή.
Η μεγαλύτερη διαπλοκή του μυθιστορήματος δεν είναι, τελικά, εκείνη ανάμεσα σε επιχειρηματίες, πολιτικούς και αστυνομικούς. Είναι η διαπλοκή της λογοτεχνίας με τις ευκολίες της.