Η βιβλιογραφία για τα «θερμικά σοκ» παραβλέπει αδίστακτα τη θλιβερή μειονότητα του πληθυσμού που υποφέρει από το ψύχος των κλιματιστικών, εξαιτίας ευαισθησίας που δεν επιτρέπει στον οργανισμό να καλύψει μια ξαφνική θερμοκρασιακή μεταβολή μεγάλου εύρους.
Οι μελέτες λένε ότι το σώμα όλων μας κοπιάζει όποτε αντιμετωπίζει θερμοκρασιακό δρασκελισμό άνω των 8 βαθμών Κελσίου. Οι σκληρότεροι μελετητές τοποθετούν το όριο στους 10 °C και οι ακραίοι στους 12 °C. Ενώ οι αυθεντικοί ευαίσθητοι άνθρωποι δεν τα βγάζουν πέρα ούτε με διαφορά 4 °C. Οποτε περνούν από τον ωραίο τους καύσωνα στην κόλαση του τεχνητού ψύχους, τους συμβαίνει ένας «οριστικός σπασμός».
Δεν πρόκειται για ιατρικό όρο, αλλά για την περιγραφή μιας δυσάρεστης δυνατής αίσθησης ακαριαίας μετατροπής σε παγοκολόνα – με ψύξεις μυών, αναζήτηση σημείου για να πέσεις σε χειμερία νάρκη, καλπάζουσα φαρυγγίτιδα, ολικό σκούριασμα αρθρώσεων και πολλά ανάλογα συμπτώματα. Οποιος φέρει αυτήν την ευαισθησία οδηγείται σε απελπισία κάθε φορά που μπαίνει σε δημόσιες υπηρεσίες, γραφεία πολυεθνικών, σινεμά, θέατρα, σούπερ μάρκετ, πολυκαταστήματα, μέσα μαζικής μεταφοράς – με χειρότερα όλων τα μικρά κινεζικά λεωφορεία Yutong που είναι τα πιο «ψυγεία κρεάτων» από όλο τον στόλο του ΟΑΣΑ.
Κυρίως, όμως, διαλύεται η κοινωνική του ζωή. Καθότι το πρώτο «κρυοπάγημα» καταγράφεται στην περιοχή του μετώπου και κυρίως των φρυδιών, που μαραίνονται προς τα κάτω και αποκτούν μια δραματική όψη, με αποτέλεσμα κανείς να μην έχει πια όρεξη να απευθυνθεί στον κατσούφη.
Αναλόγως, απομακρύνεσαι από τους φίλους σου που κρατούν τα κλιματιστικά τους στους 18 βαθμούς Κελσίου, αποχαιρετώντας τους ήδη από αρχές Μαΐου, με ένα τελεσιγραφικό «έναρξη τον Σεπτέμβριο». Γιατί έτσι είμαστε εμείς οι ευαίσθητοι: «καλοκαιρινοί χωρίς εκπτώσεις». Είμαστε τα τζιτζίκια που σκάνε από τη ζέστη. Ολοι, δηλαδή, σκάμε από τη ζέστη, αλλά μερικοί από εμάς σκάμε τραγουδώντας. Οπως τα τζιτζίκια.