Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από το έτος 2019 έως το τέλος του 2025 η συνολική πραγματική ανάπτυξη της Γερμανίας (αφαιρώντας τον πληθωρισμό) δεν ξεπέρασε το 0,1%. Την αντίστοιχη περίοδο η πραγματική ανάπτυξη στις ΗΠΑ ξεπέρασε το 12% και στην Ευρωζώνη, στο σύνολό της, το 4% (στοιχεία ΔΝΤ, Ιούνιος 2026).
Για τα έτη 2026-2027 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά την ανάπτυξη του γερμανικού ΑΕΠ σε ετήσιο μέσο όρο μόλις 0,7% (στοιχεία: Σεπτέμβριος 2026). Στις 24 Σεπτεμβρίου του 2026 το υπουργείο Οικονομίας της Γερμανίας με ανακοίνωσή του αναθεώρησε την ετήσια ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας για το 2026 από το 0,7% στο 1,3%, διατηρώντας όμως τις χαμηλές προβλέψεις του κάτω του 1% για τα έτη 2027 και 2028. Η προσωρινή ανάκτηση της αναπτυξιακής πορείας της οικονομίας είναι το αποτέλεσμα κρατικών παρεμβατικών πολιτικών τόσο στην κατανάλωση όσο και στις δημόσιες επενδύσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 2025 η νέα συμμαχική κυβέρνηση του Μερτς προχώρησε στην ίδρυση δημόσιου επενδυτικού ταμείου με σκοπό τη μεταφορά πόρων ίσων με το 1% του ΑΕΠ ετησίως, έως το 2030, για την ανάπτυξη των υποδομών σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, κάτι που διεύρυνε το ετήσιο γερμανικό δημοσιονομικό έλλειμμα στο 4% του ΑΕΠ το έτος 2026 και βελτίωσε (προσωρινά) την αναπτυξιακή εικόνα της οικονομίας.
Η συνολική αξία του γερμανικού ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στα 3,7 τρισ. ευρώ το έτος 2026. Αντίστοιχα, το γερμανικό κατά κεφαλήν ονομαστικό ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στις 55.000 ευρώ (ή σε 63.000 δολάρια περίπου) το τρέχον έτος. Συγκριτικά αναφέρουμε ότι το έτος 2027 το μέσο κατά κεφαλήν ονομαστικό ΑΕΠ στις ΗΠΑ προβλέπεται να ξεπερνάει τις 97.000 δολάρια. Ειδικότερα, στην πολιτεία της Καλιφόρνιας αναμένεται το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να ξεπερνάει τις 110.000 δολάρια, στο Τέξας τις 92.000 δολάρια και στην πολιτεία της Νέας Υόρκης τις 130.000 δολάρια (στοιχεία ΔΝΤ, Σεπτέμβριος 2026).
Τα 2/3 των εμπορικών συναλλαγών της Γερμανίας εξαρτώνται από το ενδοευρωπαϊκό εμπόριο και μόλις το 1/3 από τις συναλλαγές της με εξωευρωπαϊκές χώρες. Η συναλλαγματική αξία του ευρώ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα παραπάνω οικονομικά αποτελέσματα. Το ευρώ παραμένει ένα ισχυρό, «σκληρό» νόμισμα που ευνοεί τις εισαγωγές σε πρώτες ύλες και σε ενέργεια, απαραίτητα και τα δύο τόσο για την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας όσο και για την αύξηση των εμπορικών πλεονασματικών συναλλαγών της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Ομως αυτό το οικονομικό μοντέλο φαίνεται πλέον να μην είναι αρκετό για να διασφαλιστεί η περαιτέρω ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας. Και εξηγούμαι:
Η βιομηχανική βάση της Γερμανίας καθορίζεται από μεγάλες παραδοσιακές βιομηχανίες ενεργειακής έντασης. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα το γεγονός ότι οι 10 μεγαλύτερες εταιρείες σε κεφαλαιοποίηση με έδρα τη Γερμανία έχουν μέση ηλικία τα 145 έτη και επικεντρώνονται σε παραδοσιακούς κλάδους της οικονομίας (αυτοκινητοβιομηχανία, τηλεπικοινωνίες, βασικά μέταλλα, χημική βιομηχανία). Συγκριτικά αναφέρουμε τις ΗΠΑ: η μέση ηλικία των 10 μεγαλύτερων αμερικανικών εταιρειών σε κεφαλαιοποίηση δεν ξεπερνάει την ηλικία των 53 ετών και επικεντρώνονται σε δραστηριότητες τεχνολογιών αιχμής της οικονομίας.
Οι ετήσιες εξαγωγές της Γερμανίας σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας δεν ξεπερνούν σε αξία τα 11 δισ. δολ., αξία υποτριπλάσια από την αξία των αντίστοιχων ετήσιων εξαγωγών προϊόντων υψηλής τεχνολογίας που πραγματοποιεί το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο γερμανικός τραπεζικός τομέας διαδραματίζει τον σημαντικότερο ρόλο στη χρηματοοικονομική ενίσχυση των εγχώριων επιχειρήσεων από ό,τι η κεφαλαιαγορά. Η μη ανάπτυξη της κεφαλαιαγοράς οφείλεται στον περιορισμένο αριθμό επενδυτικών εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου (ventures) και στην περιορισμένη συμμετοχή των κεφαλαιούχων και των ίδιων των εταιρειών στην αγορά αξιογράφων, με εξαίρεση βέβαια τη συμμετοχή των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων.
Η Γερμανία διατηρεί ένα σχετικά υψηλό κόστος παραγωγής ενέργειας, καθώς απέρριψε το γαλλικό μοντέλο (την πυρηνική ενέργεια), απέφυγε το ιταλικό μοντέλο (επενδύσεις σε τρίτες χώρες) και δεν αποδέχθηκε την ενεργειακή στρατηγική της Νορβηγίας, του Ην. Βασιλείου, των ΗΠΑ, της Ρωσίας, του Καναδά για νέες εξορύξεις πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Αρκτική και στη δική τους θαλάσσια και ηπειρωτική επικράτεια.
Η παρατεταμένη γερμανική ύφεση οφείλεται κυρίως σε διαρθρωτικά (δομικά) προβλήματα της οικονομίας.
Η γερμανική πολιτική προώθησης των ΑΠΕ στο ενεργειακό της μείγμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εισαγωγή μηχανολογικού εξοπλισμού από την Κίνα. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 86% του συνόλου των εγκατεστημένων φωτοβολταϊκών στη Γερμανία προέρχεται από την Κίνα (στοιχεία ΔΝΤ, Σεπτέμβριος 2026).
Μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, η Γερμανία προχώρησε σε μια σειρά κρατικοποιήσεων εταιρειών στον κλάδο της ενέργειας, τόσο στο φυσικό αέριο όσο και στην ηλεκτρική ενέργεια. Επανακρατικοποίησε (έπειτα από εξαγορά από την Ολλανδία) το εθνικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας. Κρατικοποίησε τις μονάδες αποθήκευσης φυσικού αερίου που μέχρι τότε ανήκαν στην κρατική ρωσική εταιρεία Gazprom. Επιπλέον, ίδρυσε κρατική εταιρεία ιδιοκτησίας και διαχείρισης τερματικών σταθμών υποδοχής υγροποιημένου φυσικού αερίου στα γερμανικά λιμάνια.
Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη γερμανική χονδρεμπορική αγορά είναι σταθερά 30%-40% υψηλότερες από τις τιμές αγοράς στη Γαλλία, δεν είναι όμως οι υψηλότερες στην Ευρώπη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το έτος 2025 η μέση τιμή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά ήταν στα 89 ευρώ ανά μεγαβατώρα στη Γερμανία και 61 ευρώ ανά μεγαβατώρα στη Γαλλία.
Είναι η πρώτη χώρα που προχώρησε επιτυχώς στη δημοπράτηση, κατασκευή και λειτουργία υπεράκτιων αιολικών πάρκων χωρίς εγγυημένες τιμές. Οι τιμές καθορίζονται αποκλειστικά από την ηλεκτρική αγορά, ελεύθερα (είτε από διμερή συμβόλαια είτε από τις οργανωμένες αγορές), και αυτό της έδωσε ένα βασικό προβάδισμα στην πτώση των τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έναντι άλλων χωρών που διατηρούν εγγυημένες τιμές σε παρόμοια υπεράκτια έργα (Βρετανία, Βέλγιο, Ολλανδία).
Η ανάγκη για αύξηση των αμυντικών δαπανών, της χρηματοδότησης νέων υποδομών, των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης δημογραφικού προβλήματος διευρύνουν τις δεσμεύσεις του γερμανικού κράτους για νέες δημόσιες δαπάνες (τώρα στο 52% του ΑΕΠ).
Συμπερασματικά: Η παρατεταμένη ύφεση στη γερμανική οικονομία δεν οφείλεται απλώς σε συνηθισμένα χαρακτηριστικά του οικονομικού κύκλου μιας ώριμης οικονομίας, δηλαδή σε διαδοχικές φάσεις οικονομικής επενδυτικής ευφορίας και αργότερα επενδυτικής συγκράτησης και ύφεσης. Ούτε σε εξωγενείς παράγοντες όπως είναι η ενεργειακή κρίση. Η παρατεταμένη γερμανική ύφεση οφείλεται κυρίως σε διαρθρωτικά (δομικά) προβλήματα της οικονομίας τα οποία ο γερμανικός ιδιωτικός και δημόσιος τομέας καλείται να αντιμετωπίσει.
*Ο κ. Βασίλειος Π. Πανουσόπουλος είναι οικονομολόγος, διεθνολόγος.