Αρθρο του Κώστα Τσατσαρώνη στην Κ: Δεκατέσσερα χρόνια μοναξιάς

Τα φώτα στα γραφεία του ΤΧΣ έσβησαν με την εκπνοή του 2024 έπειτα από 14 χρόνια ενίοτε επεισοδιακής αλλά γενικά χαμηλών τόνων λειτουργίας. Η πρόσφατη δημοσίευση της μελέτης από ΙΟΒΕ/LSE δίνει μια καλή ευκαιρία για μια πιο ψύχραιμη ματιά στην αντιμετώπιση της κρίσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Η μελέτη παρουσιάζει μια μοναδική μέχρι σήμερα αποτίμηση του αποτυπώματος της κρατικής επέμβασης (το ΤΧΣ ήταν απλά ένα εργαλείο).

Το PSI εξαΰλωσε τα κεφάλαια των τραπεζών κάνοντας αναπόδραστο το κλείσιμο των πιο αδύνατων ιδρυμάτων και την ανακεφαλαιοποίηση των δυνητικά βιώσιμων. Η παρατεταμένη μακροοικονομική κατρακύλα και τα capital controls συσσώρευσαν επιπλέον ζημίες προσθέτοντας, αναπόφευκτα, δύο κύματα ανακεφαλαιοποιήσεων το 2014 και 2015.

Ποιο είναι το τελικό αποτέλεσμα όσων έγιναν;

Το λογιστικό αποτέλεσμα για το ΤΧΣ είναι αρνητικό (-36,3 δισ.). Το κόστος όμως για τον φορολογούμενο (συνυπολογίζοντας την ελάφρυνση του χρέους, τις προμήθειες που συνέχισαν να πληρώνουν οι τράπεζες, και τις σημερινές αποτιμήσεις των μετοχών που παραμένουν στο Δημόσιο) είναι μικρότερο από 2 δισ. Και αυτό περιλαμβάνει τα 14,4 δισ. για την εκκαθάριση ιδρυμάτων, τα οποία αντιστοιχούν σε καταθέσεις που δεν «κουρεύτηκαν» και όχι σε μετοχές που δεν απέδωσαν.

Το λογιστικό κόστος όμως ωχριά μπροστά στο μακροοικονομικό όφελος το οποίο η μελέτη (μοναδική μέχρι στιγμής) εκτιμά στα δεκάδες δισ. σε βάθος δεκαετίας. Η πιο συντηρητική εκτίμηση ανεβάζει το μη διαφυγόν ΑΕΠ για ένα μόνο χρόνο άνω των 10 δισ., ποσό υπερπενταπλάσιο του δημοσιονομικού κόστους. Η σύγκριση του 5 με την κριτική ότι ο διαβόητος δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής του ΔΝΤ ήταν 1,5 και όχι 1 είναι ενδεικτική του ότι τα χρήματα έπιασαν τόπο.

Οπως αναλύει η μελέτη, με την πολυτέλεια που δίνει η χρονική απόσταση, το λογιστικό κόστος επιβαρύνθηκε από καθυστερήσεις του προγράμματος και τις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις. Είναι όμως ξεκάθαρο ότι τα πράγματα θα ήταν δραματικά χειρότερα αν το σύστημα (και όχι οι τραπεζίτες που είδαν την αξία των μετοχών τους να μηδενίζεται) δεν είχε στηριχθεί.

Πέρα όμως από τα χρήματα που στήριξαν τους τραπεζικούς ισολογισμούς και απέτρεψαν το «κούρεμα» των καταθέσεων, η παρέμβαση είχε πλευρές που συζητούνται σπανίως, αλλά είναι εξίσου σημαντικές γιατί σηματοδότησαν δομικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των ιδρυμάτων με μακροχρόνια θετική επίδραση. Στρατηγικές αποφάσεις της διοίκησης απαιτούσαν την έγκριση του Ταμείου που έδρασε σαν ένα επιπλέον φίλτρο ορθολογισμού. Η εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής» (αρχικά πρόταση του ΤΧΣ από το 2018) απελευθέρωσε πόρους για νέα δάνεια στην οικονομία. Οι δραστικές αλλαγές στη σύνθεση και λειτουργία των διοικητικών συμβουλίων αναβάθμισαν την κουλτούρα στη λήψη αποφάσεων και τον έλεγχο στη διοίκηση των ιδρυμάτων. Η μελέτη περιγράφει και ποσοτικοποιεί πολλές από αυτές.

Ολα αυτά μεταφράζονται σε ένα σημερινό τραπεζικό σύστημα που πατάει σε πολύ πιο σταθερές βάσεις από εκείνο της πρώτης δεκαετίας του αιώνα. Η κριτική για όσα θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα (π.χ. πιο αποφασιστική και εμπροσθοβαρής παρέμβαση) είναι χρήσιμη για το μέλλον, και ας μείνει αχρείαστη. Το συμπέρασμα ότι το κόστος ενός ξεχαρβαλωμένου χρηματοπιστωτικού τομέα είναι τεράστιο για την πραγματική οικονομία είναι ένα διαρκές δίδαγμα πρόληψης.

*Ο κ. Κώστας Τσατσαρώνης ήταν μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας την περίοδο 2019-24.