Αρθρο του Γκάβιν Μαγκουάιρ στην Κ: Η άνθηση των ΑΠΕ μειώνει τη ζήτηση για αέριο στην Ευρώπη

Το καθοριστικό ερώτημα για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια ήταν το αν η ήπειρος διαθέτει επαρκείς ποσότητες φυσικού αερίου. Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι αγορές εστίασαν στα επίπεδα αποθήκευσης, στα φορτία LNG και στις προβλέψεις για τον καιρό τον χειμώνα. Ωστόσο, οι εξελίξεις στο ευρωπαϊκό σύστημα ηλεκτροπαραγωγής δείχνουν πως πλέον θέτουμε το λάθος ερώτημα.

Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν η Ευρώπη μπορεί να εξασφαλίσει επαρκείς προμήθειες, αλλά αν εξακολουθεί να χρειάζεται το φυσικό αέριο στον βαθμό που το χρειαζόταν στο παρελθόν. Το 2026, η συνδυασμένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά και ηλιακά πάρκα αναμένεται να ξεπεράσει την παραγωγή των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με καύση φυσικού αερίου. Αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί ένα ακόμη ορόσημο για την καθαρή ενέργεια, αλλά σηματοδοτεί μια δομική μετατόπιση στην αγορά φυσικού αερίου της Ευρώπης. Πριν από μία δεκαετία, το φυσικό αέριο παρήγε συστηματικά υπερδιπλάσια ηλεκτρική ενέργεια σε σύγκριση με την αιολική και ηλιακή ισχύ. Το 2016, η μηνιαία παραγωγή από ΑΠΕ κυμαινόταν μεταξύ 30 και 45 τεραβατωρών (TWh), ενώ εκείνη του φυσικού αερίου ξεπερνούσε συχνά τις 100 TWh. Σήμερα, το χάσμα έχει μηδενιστεί.

Η συνδυασμένη μηνιαία παραγωγή ΑΠΕ κυμαίνεται μεταξύ 80 και 110 TWh, με το αέριο να χάνει έδαφος.

Η συνδυασμένη μηνιαία παραγωγή ΑΠΕ κυμαίνεται μεταξύ 80 και 110 TWh, με το αέριο να χάνει έδαφος. Η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται απλώς στις ευνοϊκές καιρικές συνθήκες, αλλά στην αλλαγή των ίδιων των υποδομών. Τα τελευταία 25 χρόνια, η παραγωγική ικανότητα της Ευρώπης με καύση φυσικού αερίου έχει αυξηθεί από 250 σε μόλις 400 γιγαβάτ (GW), ενώ η αιολική και η ηλιακή ισχύς εκτινάχθηκαν από 20 σε 750 GW.

Ιστορικά, το φυσικό αέριο αποτελούσε την κινητήρια δύναμη του συστήματος, με τη ζήτηση να κορυφώνεται τον χειμώνα. Πλέον οι ΑΠΕ κυριαρχούν ολοένα και περισσότερο. Το 2026 η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές σημείωσε ιστορικά υψηλά, πιέζοντας την ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα και φυσικό αέριο σε χαμηλά πολλών ετών και συρρικνώνοντας την παραδοσιακή «σεζόν» καύσης ορυκτών καυσίμων. Αυτή η μεταβολή επηρεάζει άμεσα και τα αποθέματα.

Αν η ζήτηση αερίου στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής συνεχίσει να μειώνεται, η Ευρώπη μπορεί να μη χρειάζεται να διοχετεύει τόσο μεγάλες ποσότητες στις αποθήκες κάθε καλοκαίρι, ούτε να αποσύρει αντίστοιχους όγκους τον χειμώνα, περιορίζοντας σταδιακά τις συνολικές ανάγκες για αποθέματα. Η ιστορική διαδρομή δείχνει μια ξεκάθαρη τάση: όπως ο άνθρακας υποχώρησε από 50% το 1965 σε περίπου 10% σήμερα, έτσι και το φυσικό αέριο χάνει έδαφος. Για χρόνια, το αέριο προωθήθηκε ως το ενδιάμεσο καύσιμο-γέφυρα προς την πράσινη μετάβαση. Ωστόσο, η Ευρώπη φαίνεται πλέον να πλησιάζει στην απέναντι όχθη. Με κάθε νέο αιολικό και ηλιακό έργο δεν παράγει απλώς καθαρότερη ενέργεια, αλλά μειώνει την ποσότητα αερίου που χρειάζεται να εισάγει, να αποθηκεύει και να καταναλώνει. Για μια περιοχή που έζησε με την αγωνία της επάρκειας καυσίμων, η μόνιμη μείωση της ανάγκης για φυσικό αέριο θα αποτελέσει την πιο ουσιαστική ενεργειακή εξέλιξη της δεκαετίας.