Αρθρο του Γιώργου Στούμπου στην Κ: Στην κόψη του ξυραφιού

Βρίσκεται η παγκόσμια οικονομία στην κόψη του ξυραφιού; Το ερώτημα γίνεται ολοένα πιο επίκαιρο καθώς οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, η ενεργειακή ανασφάλεια, οι εμπορικές εντάσεις, οι πληθωριστικές πιέσεις, η άνοδος των επιτοκίων, το διογκούμενο δημόσιο χρέος και η αβεβαιότητα γύρω από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης συγκλίνουν. Κάθε μία από αυτές τις εξελίξεις, μεμονωμένα, αποτελεί μια πρόκληση που οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να απορροφήσουν. Ολες μαζί, όμως, εγείρουν ένα πιο ανησυχητικό ενδεχόμενο: την πιθανότητα η παγκόσμια οικονομία να εισέλθει σε γενικευμένη κρίση με άγνωστες επιπτώσεις και διάρκεια. Προς το παρόν βιώνουμε μια αντίφαση. Παρά τη συσσώρευση κινδύνων, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται. Οι επιχειρήσεις επενδύουν, οι καταναλωτές δαπανούν και οι χρηματιστηριακές αγορές διατηρούν τη δυναμική τους. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχουν κίνδυνοι, αλλά αν η οικονομική ανθεκτικότητα θα αποδειχθεί επαρκής για να τους απορροφήσει ή αν η αλληλεπίδρασή τους θα υπερβεί τελικά τις αντοχές του συστήματος.

Οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα τόσο των αντιφάσεων όσο και των προκλήσεων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, η κατανάλωση των νοικοκυριών και η χρηματοπιστωτική αγορά στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, παρά τη γεωπολιτική αστάθεια και το αυξημένο κόστος ενέργειας και δανεισμού. Δεν είναι, όμως, δεδομένο ότι οι σημερινές επιδόσεις θα συνεχιστούν. Ενα φτέρνισμα μπορεί να φέρει την καταιγίδα. Μια απότομη αναθεώρηση της αποτίμησης εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να επηρεάσει δραματικά τόσο τις αγορές όσο και την πραγματική οικονομία. Η Κίνα παρουσιάζει διαφορετικό συνδυασμό πλεονεκτημάτων και αδυναμιών. Η μεταποιητική ισχύς της, οι εξαγωγικές βιομηχανίες και η κυρίαρχη θέση της σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού αποτελούν σημαντικά στηρίγματα. Η εξαγωγική ανταγωνιστικότητά της, ωστόσο, δεν συνεισφέρει τα αναμενόμενα στην ισχυροποίηση της εγχώριας ζήτησης. Οι εσωτερικές ανισορροπίες, η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και οι εμπορικοί περιορισμοί ενδέχεται να δυσχεράνουν τη διατήρηση του αναπτυξιακού ρυθμού της, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η Ευρώπη καταγράφει ασθενέστερη οικονομική δυναμική, ενεργειακές εξαρτήσεις και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, ενώ καλείται να χρηματοδοτήσει την άμυνά της, την πράσινη μετάβαση και να επεκτείνει τις επενδύσεις της σε έρευνα και τεχνολογία. Μια πολυεπίπεδη κρίση είναι πολύ πιο κοντά στην πόρτα της. Η παγκόσμια οικονομία, επομένως, δεν είναι ομοιόμορφα ισχυρή ή ομοιόμορφα αδύναμη. Η ανθεκτικότητά της διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα και από κλάδο σε κλάδο. Αυτή η ανομοιογένεια έχει σημασία. Σε μεγάλο βαθμό προστατεύει την παγκόσμια οικονομία από μια «τέλεια καταιγίδα». Δεν προστατεύει όμως κάθε μία οικονομία χωριστά. Οπως στη φυσική, έτσι και στην οικονομία είναι πάντα διακριτές και ανόμοιες οι επιπτώσεις στο επίκεντρο του σεισμού και στην περιφέρειά του.

Το καθοριστικό ερώτημα δεν είναι αν η παγκόσμια οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται στο άμεσο μέλλον. Είναι αν η ανάπτυξη θα συνεχίσει να ενισχύει τα θεμέλια της ανθεκτικότητάς της ή αν απλώς μεταθέτει την αντιμετώπιση των συσσωρευμένων ευπαθειών. Οι ρυθμοί ανάπτυξης από μόνοι τους δεν αρκούν. Εξίσου σημαντικό είναι αν το χρέος παραμένει βιώσιμο, αν οι επενδύσεις αποδίδουν τα αναμενόμενα, αν οι κυβερνήσεις διαθέτουν τα δημοσιονομικά περιθώρια να αντιδράσουν όταν οι συνθήκες επιδεινωθούν και αν οι κεντρικές τράπεζες διαθέτουν τα περιθώρια άσκησης αποτελεσματικής νομισματικής πολιτικής.

Οπως στη φυσική, έτσι και στην οικονομία είναι πάντα διακριτές και ανόμοιες οι επιπτώσεις στο επίκεντρο του σεισμού και στην περιφέρειά του.

Για την ελληνική οικονομία το πρόβλημα είναι οξύτερο. Εχοντας περιορισμένη δυνατότητα να επηρεάσει τις διεθνείς τιμές ενέργειας και τους εμπορικούς ανταγωνισμούς, υφίσταται τις συνέπειές τους μέσω του κόστους εισαγωγών, του τουρισμού, του κόστους χρηματοδότησης και της μειούμενης αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Βέβαια, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε σαφώς ισχυρότερη θέση από εκείνη της περιόδου της κρίσης χρέους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι επαρκώς θωρακισμένη απέναντι σε μια νέα διεθνή αναταραχή. Η δημοσιονομική προσαρμογή, τα πρωτογενή πλεονάσματα, η αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ και η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας έχουν διευρύνει τα περιθώρια αντίδρασης της χώρας μας. Ωστόσο, το υψηλό δημόσιο χρέος, το επίμονο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και η ευαισθησία του τουρισμού στις γεωπολιτικές εξελίξεις εξακολουθούν να συνιστούν ουσιαστικές εστίες ευπάθειας. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Μαΐου 2026, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,8% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός προβλέπεται να ανέλθει στο 3,7%, υπό την επίδραση της ενεργειακής ανατίμησης. Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι, συνεπώς, διπλή: να διατηρήσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χωρίς να υπονομεύσει τις επενδύσεις που απαιτούνται για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της. Η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η διαφοροποίηση της οικονομίας και η μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις ώστε η σημερινή σταθερότητα να μετατραπεί σε διατηρήσιμη ανθεκτικότητα. Η Ελλάδα έχει πλέον ισχυρότερες άμυνες απέναντι σε μια κρίση, αλλά δεν έχει ακόμη εξαλείψει τις αιτίες που θα μπορούσαν να την καταστήσουν ιδιαιτέρως ευάλωτη σε μια παρατεταμένη διεθνή αναταραχή. Αν, σύμφωνα με το γνωστό φαινόμενο της πεταλούδας, ακόμη και μια ελάχιστη διαταραχή μπορεί να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ένα σύνθετο οικοσύστημα, τότε είναι αναπόφευκτο ότι μια γενικευμένη οικονομική καταιγίδα, που πλήττει τις μεγάλες οικονομίες του πλανήτη, θα επηρεάσει πολυδιάστατα και μια μικρή, ανοικτή και εξαρτημένη οικονομία όπως η ελληνική.

Τέλος, υπάρχει ο κίνδυνος να πραγματοποιηθεί η πρόβλεψη του Χάιμαν Μίνσκι. Οι παρατεταμένες περίοδοι σχετικής σταθερότητας μπορούν να ενθαρρύνουν την ανάληψη μεγαλύτερων κινδύνων, την αύξηση της μόχλευσης και την εξάρτηση από τη διαρκή αναχρηματοδότηση. Οσο η ανάπτυξη συνεχίζεται, οι ευπάθειες αυτές μπορεί να φαίνονται διαχειρίσιμες. Οταν, όμως, οι συνθήκες αλλάξουν, η προσαρμογή μπορεί να αποδειχθεί βίαιη και αναπόδραστη. «Η σταθερότητα δεν εξαλείφει αναγκαστικά τους κινδύνους, ενδέχεται να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη συσσώρευσή τους».

*Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος.