Αρθρο του Γιώργου Καλπαδάκη στην Κ: Ο πληθωρισμός των πωλητών

Στις 30 Ιουνίου το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης και δεκαεπτά πολιτείες κατέληξαν σε διακανονισμό με τρεις μεγάλους παραγωγούς αυγών (Cal-Maine, Versova, Hickman’s) για αθέμιτη σύμπραξη τιμών από το 2022 έως το 2025: κατέθεταν τεχνητά υψηλές προσφορές σε υπηρεσία τιμαρίθμου, ώστε να φαίνεται ζήτηση που δεν υπήρχε. Δικαιολόγησαν τις ανατιμήσεις με τη γρίπη των πτηνών – πραγματική αιτία, αλλά όχι αρκετή για να εξηγήσει το ύψος τους, αφού οι τιμές υποχώρησαν μόλις οι εταιρείες πληροφορήθηκαν την έρευνα, πολύ πριν κοπάσει η ίδια η επιδημία. Καμία δεν παραδέχθηκε ενοχή και οι τρεις πλήρωσαν μαζί 3,3 εκατ. δολάρια, τη στιγμή που μόνο η Cal-Maine δημοσίευσε κέρδη 1,22 δισ. για το ίδιο διάστημα.

Η οικονομολόγος Ιζαμπέλα Βέμπερ ονομάζει το φαινόμενο «πληθωρισμό πωλητών»: ένα κοινό σοκ δίνει σε όλους τους παίκτες μιας αγοράς το πρόσχημα να ανεβάσουν τις τιμές τους. Δεν χρειάζεται συνεννόηση, αφού αρκεί η σιγουριά πως κανείς δεν θα κρατήσει χαμηλότερη τιμή. Γιατί όμως πείθεται ο πελάτης ότι η ανατίμηση είναι δικαιολογημένη; Ο Αλαν Μπλάιντερ το είχε εξηγήσει ήδη τη δεκαετία του ’90: ρωτώντας επικεφαλής επιχειρήσεων γιατί δίσταζαν να ανεβάσουν τιμές, βρήκε τον φόβο μην εξοργίσουν τον πελάτη να υπερισχύει του ανταγωνισμού – το 71% ανέχεται αύξηση τιμής λόγω κόστους, μόλις το 64% λόγω ζήτησης. Κάποιοι αντιτείνουν ότι μέρος της αύξησης των κερδών είναι λογιστικό –διόγκωση λόγω αποθεμάτων– και όχι σημάδι ότι οι εταιρείες απέκτησαν μεγαλύτερη δύναμη στην αγορά· στην υπόθεση των αυγών, πάντως, υπάρχουν τα ίδια τα e-mails ως τεκμήριο.

Το ίδιο μοτίβο έχει εμφανιστεί και σε παλαιότερα επεισόδια ανατίμησης, όπου οι ίδιες οι κοινότητες αντιδρούσαν άμεσα όταν η αύξηση φαινόταν δυσανάλογη σε σχέση με το επικαλούμενο πρόσχημα – όχι πάντα με επιτυχία. Σήμερα, με πολυεθνικές αλυσίδες αντί για τοπικούς εμπόρους, αυτή η πίεση έχει σχεδόν εξαφανιστεί: ό,τι απομένει είναι έρευνα από τις αρμόδιες αρχές, με ουσιαστικές κυρώσεις.

Αυτό όμως είναι μηχανισμός ex post – ενεργοποιείται ανά περίπτωση, αφού έχει ήδη συμβεί το γεγονός. Σε επίπεδο κράτους το ζητούμενο είναι ex ante πρόληψη σε συστηματική κλίμακα, και εδώ οι πολιτικές που έχουν δοκιμαστεί στην Ευρώπη χωρίζονται σε δύο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες.

Η πρώτη, ο έλεγχος των τελικών τιμών, εφαρμόστηκε στην Ουγγαρία που «πάγωσε» την τιμή έξι βασικών τροφίμων από το 2022, ενώ και η Κροατία διεύρυνε το δικό της πλαφόν σε 100 προϊόντα το 2025. Και για τις δύο πολιτικές, όμως, ανεξάρτητες αναλύσεις κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα: το πλαφόν δεν έπιασε τον στόχο του. Οι Ούγγροι έμποροι απλώς αύξησαν τις τιμές σε προϊόντα εκτός πλαφόν για να κρατήσουν το ίδιο συνολικό κέρδος, ενώ η κροατική κεντρική τράπεζα βρήκε ότι ο πραγματικός μοχλός ήταν η ταχύτητα μεταφοράς εξωτερικού κόστους, όχι το ίδιο το πλαφόν. Και οι δύο κυβερνήσεις παρενέβησαν μόνο στο τελικό στάδιο, στο ράφι, χωρίς κανένα εργαλείο να παρακολουθεί τα προηγούμενα στάδια της αλυσίδας –παραγωγή, μεταποίηση, χονδρική, εισαγωγές– ούτε τους όρους των συμβάσεων και τις ενδοομιλικές χρεώσεις που καθορίζουν την τιμή σε καθένα από αυτά. Η δεύτερη κατηγορία πολιτικών δεν αγγίζει καθόλου την τιμή, αλλά την ορατότητα και το κόστος της παραβίασης. Eχει τέσσερα συγκεκριμένα εργαλεία, καθένα δοκιμασμένο ξεχωριστά. Το πρώτο είναι το υποχρεωτικό μητρώο συμβάσεων: η Ισπανία λ.χ. απαιτεί από το 2023 κάθε αγροτική σύμβαση να καταχωρίζεται κεντρικά, ώστε ο έλεγχος να γίνεται με τακτική δειγματοληψία και όχι μόνο ύστερα από καταγγελία. Το δεύτερο είναι η χαρτογράφηση ολόκληρης της αλυσίδας αντί μόνο της λιανικής. Το Παρατηρητήριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αλυσίδα αγροδιατροφικών προϊόντων καταγράφει, από το 2024, το κόστος και τα περιθώρια σε κάθε στάδιο, από τον παραγωγό έως τον λιανοπωλητή. Το τρίτο είναι η δημόσια, ετήσια λογοδοσία της ίδιας της ελεγκτικής αρχής. Η ισπανική AICA δημοσιεύει κάθε χρόνο πόσες επιθεωρήσεις έκανε η ίδια και πόσες συμφωνίες προμηθευτών – αγοραστών ήλεγξε, με τις κυρώσεις να τετραπλασιάζονται μέσα σε ένα χρόνο. Το τέταρτο εργαλείο είναι το ύψος του προστίμου: πρέπει να υπολογίζεται ως ποσοστό του κύκλου εργασιών ή του κέρδους της εταιρείας, όχι ως σταθερό ποσό, αφού ένα πρόστιμο μερικών εκατομμυρίων δεν σημαίνει τίποτα για μια εταιρεία με πολλαπλάσια κέρδη.

Ενα κοινό σοκ δίνει σε όλους τους παίκτες μιας αγοράς το πρόσχημα να ανεβάσουν τις τιμές τους.

Κανένα από τα εργαλεία αυτά δεν είναι αυτονόητο, και υπάρχουν οικονομίες όπου απουσιάζουν όλα: κατακερματισμένες ενώσεις καταναλωτών, διαμεσολαβητής χωρίς κυρωτική αρμοδιότητα, αρχή ανταγωνισμού υποστελεχωμένη, πλαφόν περιθωρίου κέρδους που λήγει χωρίς ανανέωση και επανέρχεται μήνες μετά με έκτακτο διάταγμα. Σε τέτοιες οικονομίες οι μισθοί κατατάσσονται στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε. σε αγοραστική δύναμη, ενώ τα ίδια αγαθά παραμένουν σταθερά ακριβότερα απ’ ό,τι στις γειτονικές χώρες – ο έλεγχος σταματά στο ράφι, ενώ παρένθετες ή ενδοομιλικές εταιρείες έχουν ήδη εισπράξει, νωρίτερα και χωρίς έλεγχο, το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας. Διεθνείς οργανισμοί το καταγράφουν σε κάθε έκθεση, με σταθερή βαθμολογία από τη μία στην άλλη.

Στις χώρες όπου τα εργαλεία αυτά υπάρχουν, δεν προέκυψαν μόνα τους. Το Παρατηρητήριο της Επιτροπής συνέπεσε με κύμα αγροτικών κινητοποιήσεων σε Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο και Ιταλία στις αρχές του 2024 – την ίδια περίοδο με τις ευρωεκλογές και την οπισθοδρόμηση σε περιβαλλοντικούς στόχους, χωρίς αυτό να σημαίνει απλή σχέση αιτίας – αποτελέσματος. Στη «Σύνθεση Αιτημάτων» που κατέθεσε η γαλλική FNSEA τον Ιανουάριο του 2024, το αίτημα για ενισχυμένους ελέγχους στην κατανομή αξίας ήταν εξίσου κεντρικό με τις αιτήσεις άμεσης οικονομικής στήριξης – και κατέληξε σε θεσμό με ορισμένη αρμοδιότητα και προϋπολογισμό. Στην Ισπανία, η ενισχυμένη εντολή της AICA συνόδευσε πολυετή πίεση αγροτικών συνδικαλιστικών οργανώσεων για μόνιμο, όχι περιστασιακό, έλεγχο των περιθωρίων. Σε καμία από τις δύο χώρες η διεκδίκηση δεν εξαντλήθηκε σε μια διαμαρτυρία· μεταφράστηκε σε θεσμικό μηχανισμό με πάγιο προϋπολογισμό, μόνιμο προσωπικό και ετήσια, ελέγξιμη λογοδοσία.

Αν αυτός ο μηχανισμός δουλεύει, η υπόθεση των αυγών δείχνει γιατί. Η τιμή έπεσε τη στιγμή που εμφανίστηκε κίνδυνος τιμωρίας, όχι όταν υποχώρησε η γρίπη. Αλλά τα τέσσερα εργαλεία που περιγράφηκαν –μητρώο συμβάσεων, χαρτογράφηση αλυσίδας, δημόσια αναφορά επιθεωρήσεων, πρόστιμο συνδεδεμένο με το κέρδος– δεν έχουν αξία το καθένα χωριστά. Ενα μητρώο χωρίς τακτικές επιθεωρήσεις είναι απλώς αρχείο. Επιθεωρήσεις χωρίς δημόσια αναφορά αποτελεσμάτων δεν πιέζουν κανέναν να συμμορφωθεί. Και ένα πρόστιμο αποκομμένο από τον κύκλο εργασιών παραμένει λειτουργικό κόστος, όσο συχνές κι αν είναι οι επιθεωρήσεις πίσω του. Η Cal-Maine πλήρωσε 1,5 εκατ. δολάρια για πρακτική που της απέφερε 1,22 δισ. κέρδος στο ίδιο διάστημα – αναλογία 1 προς 813. Λίγες χώρες συνδέουν το πρόστιμο με τον κύκλο εργασιών του παραβάτη αντί με σταθερό όριο, αφήνοντας αυτή την καθοριστική αναλογία ανέγγιχτη.

*Ο κ. Γιώργος Καλπαδάκης είναι Κύριος Ερευνητής, Ακαδημία Αθηνών (ΚΕΙΝΕ).