Υπάρχει ένας αριθμός στο ελληνικό ΕΣΕΚ (Εθνικό Σχέδιο για Ενέργεια και Κλίμα) που προκαλεί σκέψεις. Αναφέρει επενδύσεις για πράσινη μετάβαση στην περίοδο 2025-2030 ύψους 94 δισ. ευρώ, περίπου το 38% του σημερινού ΑΕΠ. Δηλαδή 15-16 δισ. ετησίως, όταν ο συνολικός ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου στη χώρα είναι περίπου 42 δισ. ευρώ (στοιχεία 2025).
Η Ελλάδα, εδώ και χρόνια, ακολουθεί σταθερή πολιτική εγκατάστασης ΑΠΕ. Η συνεχής αύξησή τους αυξάνει και τις ανάγκες για επενδύσεις σε δίκτυα, διασυνδέσεις, αποθήκες, μπαταρίες, εφεδρείες. Συνεπώς, τα κεφάλαια που επενδύονται δεν αφορούν μόνο την εγκατάσταση κάθε νέας μονάδας, αλλά και ολόκληρη την υποδομή που απαιτείται ώστε αυτή να ενταχθεί αξιόπιστα στο ηλεκτρικό σύστημα.
Ας δούμε λίγο τα οικονομικά των ΑΠΕ. Για παράδειγμα, το μεσημέρι ένα φωτοβολταϊκό παράγει φθηνή κιλοβατώρα. Αν, όμως, εκείνη την ώρα υπάρχει πλεόνασμα παραγωγής, η τιμή θα γίνει αρνητική ή θα μηδενιστεί και ένα μέρος της παραγωγής θα «κοπεί». Αντιθέτως το βράδυ, που η ζήτηση αυξάνεται, το σύστημα θα χρειαστεί να τραβήξει είτε από αποθήκευση είτε από φυσικό αέριο. Αυτό συνεπάγεται διαφοροποίηση στην τιμή της λεγόμενης «ονομαστικής» φθηνής κιλοβατώρας με τη «διαθέσιμη» φθηνή κιλοβατώρα όταν τη χρειάζεται το σύστημα.
Το 2025, οι ΑΠΕ κάλυψαν σχεδόν το 47% της εγχώριας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Ταυτοχρόνως, οι περικοπές πράσινης ενέργειας έφτασαν περίπου στις 1,9 τεραβατώρες, υπερδιπλάσιες από το 2024. Το αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά την υψηλή παραγωγή των ΑΠΕ, έφτασε και η παραγωγή από φυσικό αέριο σε ιστορικά υψηλά. Η διαπίστωση είναι ότι παρά την επένδυση σε νέες ΑΠΕ και παραγωγή από αυτές περισσότερης ενέργειας, στο τέλος μεγάλο μέρος της δεν χρησιμοποιήθηκε επειδή το σύστημα δεν μπόρεσε να την απορροφήσει, όπερ η υπόσχεση ότι η μαζική εγκατάσταση ΑΠΕ θα οδηγούσε σε φθηνή ενέργεια δεν επαληθεύεται.
Λέγοντας αυτά, δεν υποστηρίζουμε ότι οι εν λόγω δαπάνες είναι εκ προοιμίου άχρηστες. Αρκετές είναι αναγκαίες και οικονομικά εύλογες, αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένες. Να παράγεις ενέργεια που δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις όταν υπάρχει ενώ πληρώνεις ακριβότερα όταν τη χρειάζεσαι δεν είναι μόνο τεχνολογικό πρόβλημα, είναι και πρόβλημα παραγωγικότητας του κεφαλαίου.
Η πράσινη μετάβαση δεν θα σταματήσει. Πρέπει όμως να πάψει να αντιμετωπίζεται ως μια εμμονική, ιδεολογική κατεύθυνση.
Εδώ μπαίνει το «κόστος ευκαιρίας». Αν ένα δισ. ευρώ επενδύεται σε ένα ήδη κορεσμένο τμήμα του δικτύου ΑΠΕ, τι προστιθέμενη αξία φέρνει σε σύγκριση με το ίδιο δισ. που θα μπορούσε να επενδυθεί σε μια βιομηχανική επένδυση ή σε μια ψηφιακή υποδομή;
Είναι ένα ερώτημα που δεν αγγίζει κανείς σε δημόσια συζήτηση. Η κυβέρνηση, μέσω ΕΣΕΚ, έκανε γνωστές τις επιλογές της. Πρώτα «δέσμευση» για ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους και μετά υπολογισμός των χρημάτων που χρειάζονται για να τους πετύχει. Δεν διατηρεί καν την επιφύλαξη αν η απόδοση των κεφαλαίων που δεσμεύουμε είναι ικανοποιητική και αν αξίζει να συνεχίσουμε έτσι.
Η πράσινη μετάβαση δεν θα σταματήσει. Πρέπει όμως να πάψει να αντιμετωπίζεται ως μια εμμονική, ιδεολογική κατεύθυνση που οικονομικά είναι υπεράνω αμφισβήτησης. Η «ανάπτυξη» δεν μετριέται μόνο με δισ. σε πράσινα γιγαβάτ, αλλά κυρίως από την ορθολογική χρησιμοποίηση των διαθεσίμων κεφαλαίων με όρους παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας και πραγματικού εισοδήματος. Αν για μία επιπλέον μονάδα ενέργειας χρειάζεται όλο και περισσότερο κεφάλαιο, τότε έχουμε φθίνουσα παραγωγικότητα του κεφαλαίου και η πράσινη επένδυση μετατρέπεται σταδιακά σε malinvestment.
*Ο κ. Ηλίας Πεντάζος είναι οικονομολόγος – σύμβουλος Στρατηγικής, τ. γ.γ. Δημοσιονομικής Πολιτικής υπ. Οικονομικών.
*Ο δρ Γιώργος Παλαιοδήμος είναι οικονομολόγος, γραμματέας του Τομέα Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ.